AIZTIKA E
Θεώρησα ψηλὰ βουνὰ, x ἀνέδηκα, καὶ εἶπα Τὸν πόνον τῆς καρδούλας pou, x” ὅλοι μ’ ἐλυπηθῆκα. ς'.
Na ἠτον ἡ θάλασσα ὑαλὶ νὰ χύλα τὸ λιμόνι, Νά ᾽στελλα τῆς ἀγάπης µου ἕνα χρυαὺν χωδῶνι.
Χελιδονάχι θὰ γενῶ, ς τὰ χείλη σου νὰ κάτσω, Na σὲ φιλήσω μιὰ xai δυὸ, καὶ πάλε νὰ πετάξω. θ.
Χελιδονάχι θὰ γενῶ , νά ρθω ?ç τὴν χάµαρά σου, Na χάµω τὴν φωλίτσαν µου εἰς τὰ προσκέφαλά σου. l'.
Τὰ µάτια α᾿ ὅτους τὸ 107, aoû δὲν ἀνοιφστενάζη, Ἀστροπελέχι καὶ φωτιὰ νὰ πέση νὰ τὸν κόψη.