‹ Collection des anciens alchimistes grecsChapitre 177 sur 218 · L.— Réd. de L · texte numérisé non relu

L.— Réd. de L

\ τι \ e N 10 7 » Ne: ΄ Ca χαὶ πραχτιχοῦ, γνοὺς ὅτι τὰ σχωρίδιά εἰσιν τὸ ὅλον μυστήριον * ὅλοι γὰρ εἰς αὐτὰ χρέμανται χαὶ ἀπούλέπουσι ᾿ χαὶ τὰ μυρία αἰνίγματα εἰς αὐτὰ ἀνατρέχει ᾿ χαὶ αἱ βίόλοι αἱ τοσαῦται αὐτὰ αἰνίττονται : λεύχωσιν γὰρ χαὶ ξάνθωσιν ὑποτίθενται. Δύο γάρ εἰσιν ἄχρα ypo-

A \ ΄ 5 \ A A \ N ΄ > A ie λευχὸν χαὶ μέλαν ᾿ χαὶ τὸ μὲν λευχὸν διαχριτικόν ἐστιν, τὸ δὲ μέλαν συνεχτιχόν. Καὶ τοῦτὸ à Δώσιμος αἰνιττόμενός φησιν * «Τὴν

Fi LA ς

ὑγρᾶς οὐσίας χαθελχομένη ἣ φύσις τοῦ μολύδδου, ὥς φησιν ὃ ἔνθεος Ζώσιμος, πάσης ἀληθείας ἐστήρι-[[. 173 v.) χται γνώσεως θεοῦ * καὶ \ s/ L4 Là “» . τὸν ἀόρατον χόσμον μιηχέτι ἐν cr ἐπιδεικνύουσα, τουτέστιν ἣ ψυχὴ 5) - 5) ΄ Ἢ ᾽ “" Ν Ἷ2 “- 2, ᾽ “ \ ἄλλως ἐν ἄλλῳ σώματι τοῦ ἀργύρου ἐπιδειχνύει, ἐν τῷ ἀργύρῳ TO πυρροῦν αἷμα, τουτέστιν τὸν χρυσόν.

39 20) , ΄ » / τῷ ε - 1F \ x ] Ὦ ἀφθόνως ἔχων φίλε μοι, στῆσον ὡς ἐν παρατάζει τὸν σὸν λόγον, ἀμυντηρίοις χρώμενος “τῆς σῆς SE * σὸ πρᾶον χαὶ νγεξίχαχον πρὸς τὸ ῥάθυμον τῆς πολυφλοίσδου σπ τουδῆς, οὐ τὴν σπου-

1. γνοὺς] μάθης δὲ Α. --- ἐστι Μ. -- ἔνθεος Ζώσιμος en petites onciales M. — μυστήριον] Voir III, 1v bis, Appendice 1. ὥς φ. καὶ ὁ ἔ. Ζώσ. À. — 12. στηρίζω régit — 2. ὅλοι] πάντες L. — M mg. : σῆ. d'ordinaire le datif et non le génitif; — 3. αὐτὰ] αὐτῶ A. F. 1. αὐτὸ. — 4. A f. 1. «ἐπὶ πάσης ἀλ. ἐστ. x. yv. — 13. mg. : une main. — 7. παραφέρε!] περιφέ- ὁρατὸν AL. — M mg. : σῆ, de première ρει L, qui ajoute ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὰ τρία main. — Réd. de A:... χόσμον ἐν χρώματα τοῦ ὀφθαλμοῦ. (Glose marginale ἑαυτῶ μῆχετι ἐπιδειχνύουσα. --- Réd. de insérée dans le texte ὃ) — Tv οὐρανίαν) L : χύσμον ἐν £. οὐχ ἔτι ἐπιδειχνύει, tout. à τοῦ οὐρανοῦ AL. — 8. ἀνόητοι] Ε΄. 1. ἀμύη- ψυγὴ αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ὡς... --- 14. ἐπιδείχγυσιν L. τοι, ut infra (p. 93 1. 8). — 9. αὐτὸ] ἑαυτὸ — ἐπὶ τοῦ ἀργ. AL. — 15. πυρροῦν] πυρὸν L. — χαταχομιζόμενον et 1. 10, χαταχομίζε- A; πυρρὸν L. — τουτ, τοῦ χρυσοῦ AL. ται] χαταχυμ, M. — Réd. de L : ἐστὶν, ὅπερ — 16. ὦ ἀφθ. — ἐστι τὸ λευχὸν om. L. — χαταχομίζεται ὑπὸ τῶν à. σωμάτων. ΚΚατα- 17. Après ἀμυντηρίοι:] χρώμασιν add. A. χοιμίζεται. γὰρ ἣ φύσις τ. μολύδδου ὃ. τ. ὃ. — 20. Après κυρίως] χρῶμα add. L.

Page 1