f. ἡ Toy γραμμάτων χαϑ
πτοηθείς, Aer de πτοέω, &) : ἐρῶτομανής., Ὡς, ἕς.
ÉPERDUMENT, ααν. ἐμμανῶς : περιμανῶς.
Éperdument amoureux, ἐρωτομανής, ἧς, ἔς.
Être éperdument amoureux, ἐρωτομανέω, ὦ, fut. sw. —de quelqu'un, περί τινα où ἐπί τινι.
ΕΡΕΒΟΝ, 5. m. x£vroov, οὐ (τὸ). Regimber contre l’éperon, πρὸς κέντρα λαχτίζω, ful. iou.