OUY
prit, ἡ τῆς φύσεως ἰσχύς
Eserir, grâce et vivacité de l'imagination, ἀγχίνοια, ας (#). Esprit naturel, edmuix, ας (ἡ). Avoir de l'esprit naturel, εὐφυῶς ἔχω, fut. ἕξω. Qui a de l'esprit, ἀγχίνους, OUS, uv (comp. οὐστερος, Sup. ούστατος) : ἀστεῖος, a, ὃν (comp. ὅὄτερος, sup. ὁὅτατος) : ἀστυχῦς, Ἢ, cv (comp. ὠτερος, sup. ὦτατος). Avec esprit, ἀστείως. Sans esprit, ἀνοήτως : ἀναισθήτως : φορ-τικῶς. Qui n'a pas d'esprit, ἀνόητος, 06, cv. ἀναίσθητος, oc, ον. Manque d'esprit, &venoix, ας (#): ἀναισθησία, ας (à). Faire de l'esprit, faire le bel esprit, ἀστεΐζομα:, fut. ἴσομαι : χαριεντίζομιαι, ful. ίσομαι : κομψεύομαι. μι. εύσομαι. Il veut faire le bel esprit, &cruxde εἶναι βούλεται (βούλομαι, fut. βουλήσομαι. Luc. || [Un bel esprit, un littérateur, οὐ : οὐ (ὁ).