LIB
χειλάριον, ou (τὸ). Qui a de grosses lèvres, πρόχειλος, ce, ον. Qui en a de petites. λεπτόχεῖλος, ce, ον. Goûter du bout des lèvres, χείλεσιν ἄχροις γεύομαι, fut. jebouu, gén.
| Lèvres d’une plaie, χείλη, ὧν (τὰ).
LEVRIER , 5. m. LEVRETTE, 5. f. 6, ἡ Tayu δρόμος χύων, gén. χυνός.
LEVURE, s. f. voyez Levax.
LEXIARQUE, 5. m. λυξίαρχος,, ou (ὃ).
LEXICOGRAPHE, s. m. λεξιχογράφος, ou (ὃ).
LEXIQUE, s. m. τὸ λεξιχόν, οὖ.
LÉZARD, s. m. reptile, σαῦρος, οὐ (δ).
Lézard femelle, σαύρᾳ, ας (ἡ). Lézard moucheté, ἀσχάλαθος, οὐ (ὃ).
LÉZARDE, s. f. fente dans un mur, ῥωγή, ἧς (ἡ) : ῥωγμός, οὔ (ὃ).
LÉZARDÉ , ἐκ, adj. διπεῤῥωγώς, υἷα, dç (partic. parf. de διαῤ-δήγνυμαι, fut. ῥαγήσομιαι).
LIAISON, s. f. jonction, συνδεσμός, où (ὁ). || Suite, enchainement, εἰρμός, οὔ (6) : συνάφεια, ας (ἡ) : συνέχεια, ας (ἡ) : τὸ συνεχές, οὕς (neutre de συνεχής, ἧς, ἐς). Discours sans liaison, 6 ἀσυνάρτητος λόγος, οὐ. Ces choses n’ont pas de liaison entre elles, οὐ συνταρμόζει ταῦτα ἀλλήλοις (συν-αρμόζω, fut. cou).
Luisox, rapports d'amitié, συνήθεια, ας (ἡ) : οἰκειότης, τὸς (ἡ) 3: ὁμιλία, ἂς (ἡ).
Mauvaises liaisons , ὁμιλίαι xaxai , ὧν (ai). Liaison avec quelqu'un, n πρὸς τινα ὁμιλία, ας. Avoir des liaisons avec quelqu'un, τινὶ τιν χράρμαι, ὥμαι, fut. χρήσομαι. ai avec eux d’étroites liaisons, οἰχειότατα Où πάνυ oi-
now : συνήθως
LIANT, anrte, adj. souple, εὔχαμιττος, οςς ον :ὕγρος, Œ, dy (comp. ὅτερος, sup. oræros). || D'un caractère sociable, εὐόμιλος, 06, ον: εὐχοινώνητος, cs, ον. || Subst. Le liant de son caractère, τὸ εὐόμιλον OU τὸ εὐπροσήγορον αὐτοῦ. Avoir du liant dans le caractère, εὐὖ-χοινώνητοός εἰμι φύσει (εἰμί, fut. ἔσομαι).
LIARD, s. m. τεταρτημόριον, ou (τὸ).
LIASSE, 5. f. δέσμη, ἧς (ἡ).
LIBATION, 4. f. σπονδή, ἧς: (ἡ). Faire une lJibation ou des libations , σπονδὰς ποιέομαι, οὔμαι, fut. aqua, ou d’un seul mot σπένδω, ful. σπείσομαι. — aux dieux, aux muses, τοῖς θεοῖς, ταῖς μούσαις. Faire des libations de vin pur, ἄκρατον σπένδω, fut.