et adj, immensément
Ἢ, CVs
adj. λεπτὸς, 1,
λιτός, ἡ, CV : ὀλίγος, Ἢ, OV : μικρός OU σμικρός, &, ον (comp. sup. Entrer dans les plus minces détails, λεπτολογέο-pat Où μικρολογέομαι, οὔμαι, ful. ἥσομαι.
MINE, 5. f. air du visage, ὄψις, (ἡ) : εἶδος, cvs (τὸ) : πρόσωπον, οὐ (τὸ) σχῆμα, ατὸς (τὸ). Qui a bonne mine, τὴν ἧς, Avoir la mine d’un honnête homme, ἀγαθὸς φαίνομαι, fut. φανὴou. Juger à la mine, ἀπὸ τοῦ τεχυσαίρομαι, fut. αροῦμαι. || Faire bonne mire
eue
ὄψιν EÙTRERTS, ές.
à quelqu'un, εὐμενῶς où φιλοφρόνως ou φιλα
ανθρώπως ou ἀσμένως τινὰ ὑπο-δέχομαι, fut.
δέξουαι : τινὰ ἀσμενίζω, fut. ίσω. Faire
mille morts, πολλῶν θανάτων ἄξιός ἐστι. J'ai- | bonne mine à tout le monde, ἅπαντας φι-