ULT
fut. ανῶ. — centre quelqu'un, πρός τινα. Cœur ulcéré, θυμὸς ἀγριαίνων, οντος (partis. α᾽ ἀγοιάΐνω).
ULIGINEUX, ες : τελματώδης,
ULTÉRIEUR, adj. situé au delà, ὁ, ἡ, τὸ ἐπέχεινα, indécl. || Additionnel, πεοαίτερος, αι, ον. || Subséquent, postérieur, ὕστε-βὸς, ἅ,, Ov.
ULTÉRIEUREMENT, ads. en outre, τις ραιτέρω : προσέτι. || Plus tard, ὕστερον.
ULTIMATUM , s. m. ἡ ἐσχάτη αἴτησις, 18
EUSE , adj. τεναγώδης, Ὡς, NS 85.