‹ Dictionnaire français-grecChapitre 141 sur 547 · ELE · texte numérisé non relu

ELE

χομψ-ός, ή, ὄν; ἀστεῖ-ος, α, ον (Comp.

ἀστει-ότερος, SUP. ἀστει-ότατος).

Élégiaque, adj., qui concerne l’élégie, ëXeγεῖσος, a, ον. Vers élégiaque, ἐλεγεῖτον, ον ES: Poële élégiaque, ἐλεγειοποι-ός, où (6).

égie, n. f., Ëkey-05, ov (ὁ). à lément, n.m. 1 Corps simple, στοιχεῖον, ou (τό); ἀρχ-ἥ, ἧς (ὃ). [| 2? Chose qui nous plaît le mieux, χεχαρισμέν - ον πρᾶγμα, πράγματ-ος (τό). Les deux mots se déclinent. 13 Notions premières, στοιχεῖ-α, ὧν (τά). ᾿ Élémentaire, adj., στοιχειαχ-ός, %, ὄν; στοιχειώδ-ης, NS, ες.

léphant, n. m., ἐλέφας, ἐλέφαντ-ος (6).

éphantiasis, ἢ. f., sorte de lèpre, ἐλεφαντίασ-ις, εως (ἢ). Être atteint d'éléphantiasis, élepavr--Gv, ἐλεφαντι-άω, ©, fut. ἐλε-

Me ion. n.f. 1 Exhaussement, ὕψωσ-ις,

ewc (f). || 2 Hauteur, ὕψ-ος, eoc, ous (τό).

| 3 Terrain élevé, λόφ -ος, ου (6).

Augmentation, αὔξησ-ις, ewc (ἡ). || 5 Constitution en dignité, προαγωγ-ή, ἧς (à). || 6 Grandeur d'âme, μεγαλοψνυχί-α, ας (à).

| 7 Pompe du style, ὕψ-ος, εος, ous (to).

ève, ἢ. m.etf. 1 Nourrisson, rp69-0:, ou (6 et ἢ) ; Spéuux, ϑρέμματ -ος (τό). || 2 Disciple, μαθητ- ἧς, où (δ); μαθήτρι-α, ας (ἢ).

Élever, v. tr. 1 Erhausser, ἐπαίρ-ειν, ἐπαίρ-ω, fut. ἐπαρ-ῶ, acc. || 2 Faire monter plus haut, dY-oùv, 04-60 , ὦ, fut. ὑψώσ-ω, acc. || 3 Porter à un haut rang, προάγ-ειν, Tpoëy-w , fut. προάξ-, acc.; προδιδάζ-ειν, προδιθάζ-ω, fut. προδιδάσ-ω, acc. || 4 Eriger, établir, ἱδρύ-ειν, i800-w, fut. ἱδρύστω, acc.; χαθιστάναι, καθίστημι, fut. χαταστήσ-ω, acc. [1 Nourrir, ἐχτρέφ-ειν, ἐχτοέφ-ω, fut.

ἐχτρέψτ-ω, ACC. {6 Donner de l'éducation, παιδεύ-ειν, παιδεύ-ω, fut. παιδεύσ-ω, ACC. — s’Élever, v. pr. | Monter, αἴρ-εσθαι, αἵρομαι, fut. ἀρθῆσ -ομαι; ἀναφέρ-εσθαι, ἀνα-

RUE fut. ἀνενεχθήσ-ομαι. || 2 Naître, νίστ-ασθαι, ἀνίστ-αμαι, fut. ἀναστήστομαι:

ἀναφαίν-εσθαι, ἀναφαίν-ομαι, fut. ἀναφανήσομαι; γίγν-εσθαι, γίγντομαι, fut. γενήστομαι.

il Croître en dignité, ἀνάγ-εσθαι, ἀνάγouat, fut. ἀναχθήσ-ομαι. || 4 S’enorgueillir, γναφυσ-ᾶσθαι, ἀναφυσ-άομαι, ὥμαι, fut. ἀναφυσηθήσ-ομαι. || ὃ S’élever contre, ἀνίστασθαι, ἀνίστ- μαι, fut. ἀναστήσ-ομα! πρός, 800.--- levé, ée, part. passé et adj. 1 Porté en haut, ἐπαρθείς, εἴσα, ἔν: ἐπηρμέν-ος, ἡ»

ον. || 2 Accru en dignité, ἐπὶ πλέον ηὐξημένoc, Ἢ) ov. || 3 Construit, ὠχοδομημέντ-ος, ἡ, ον. || 4 Nourri, τεθραμμέν-ος, ἡ, ον. || ὁ Instruit, πεπαιδευμέν-ος, ἡ, ον. || 6 Haut, ὑψηλεός, ἡ, ὄν (comp. ὑψηλ-ότερος, sup.

ὑψηλ-ότατος). Voix élevée, μεγάλ-η cwv-1, ἧς (ἢ). Prix élevé, μεγάλ-η τιμ-ή, ἧς (ἢ). Les deux mots se déclinent. ἃ un prix élevé, πολλοῦ. || 7 Éminent, λαμπρ-ός, &, 6v

(comp. λαμπρ-ότερος, sup. λαμπρ-ότατος );

ἐπίσημος, ος, ον (COMP. ἐπισημ΄ότερος,

Page 1