Formes secondes de ἕστηκα. εἱστήκχη
x. Parf. PL-q.-p. ινρέᾳ. 501 ΟΡΤ. PARTIC.
P. ἕσταμεν — 5. ἔσταθι Ρ. ἑστῶμεν ἑσταίην, ».ἕστώς, -ὥτης ἕστατε τς ἑστάτω -- etc. F. ἑστῶσα, -ὥσης ἑστᾶσι(ν) ἕστασαν »ν.ἕστατε ἑστῶσι(ν) INFINITIF N. ἑστώς, -ὥτος. D.ÉGTATOY ἑἕστάτην »-.-ἕστατον ἑστάνα:
1° xiyonu, préler, πίυπλοημι (r. πλα), remplir, qui n'ont pas d'aoriste second; dvx), aider, qui emprunte à
braser,
de ὀηίνημι (Tr. ὁ