‹ Grammaire grecqueChapitre 117 sur 240 · Futur antérieur · texte numérisé non relu

Futur antérieur

. Imparfait εἶχον (181).

. Impér. σχές, σχέτω..., S. σχῶ, 0. σχοίην (you), 1. oyeïv, P. σχών. 4. Usité seulement dans les composés

quelques formes secondes :

io. Parf.

— Le

PL.-q.-p. IMPÉR.. OPT.

AUTRE s. τέθναθι τεθναίην, etc.

JE Fe τεθνάτω INFINITIF F.

: EX. παρεσχόμην, j offris.

S.-cyœua, O.-cyotunv, 1. -cyéchar, P.-cy6uevos.

parfait et le plus-que-parfait possèdent

PARTIC

élre mélangé

χερδ χηῶ χεχέρδηχαάα gagner (217)

χλάω ἰχλαίω; (χλαύσομα!: — pleurer

| ἐχλαήσω χλάω-ὦ χλᾶσω ἔχλασα -- bri-er (234 χλέπτω χλέψω ἔχγενα χέχλοφα voler, dérober χλέπτομα!: = ἐχλάπην χέχλευμα: ἐίγο volé (κράζω! χεχράξομα! ἀνέχραγον crier

᾿ χρεμάννυμι χρεμῶ (ἃς, ἃ...) ἐχρέμασα -- suspendre (227

| χρέμαμαι χρεμήσουαι ἐχρειλάσθην -- élre suspendu (269) κρίνω PTT) ἔχρινα juger (219 χρίνομα! χριθήσομαι: ἐχρίθην étre jugé (223) χταομαι-ῶμαι χτήσομαι: ἐχτησάυην acquérir (243 Λαγχάνω λήξομαι ἔλαχον oblenir au surl λαγγχάνομιαι -- ἐλήχθην échoir à λαμδάνω λήψομα: ἔλαθον prendre λαμθάνομχι ληφθήτστομα:!: ἐλήφθην étre pris λανθάνω λήσω ἔλαθον étre ignoré de ἐπι-λανθάνομα: ἐπιλήσομαι oublier (394) λέγω ἐρῶ (λέξω) ἴρ dire

᾿ς λέγομα: ῥηθήσομιαι εἰρῚ étre dit

λείπω λείψω 27. laisser λείπομα!: λειφθήσομα!: λέν étre laissé Μαίνομαι (υανοῦμαι) (μέμηνα étre fou μανθάνω μαθήσομαι μεμάθηχα apprendre μάχομαι μαγχοῦυα!: μεμάχηυνχ! Combattre μέλει μελήσει μεμέληχεί») avoir à cœur (404) μέλλω μελλήσω -- étre sur le point de “μένω μενῶ μξυξνηχα rester μιμνήσχω μνήσω ΕΗ rappeler μιμνήσχομαι μνησθήσομα! μέμνημαι se rappeler (243) Hépo νεμιῶ νενέμηχα distribuer νέω νεύσομαι νένευχα nager (234) "Oo ὀζήίσω (ὄδωδα) exhaler une odeur οἰμώξω οἰυιώξομια! ὥμοξα — gémir

οἴομαι οἰἴήσομαι ᾧήθην -- penser

οἴχομαι οἰχήσομια! -- - étre parti

ὗ 1 Ordinairement remplacé par χέχραγα: je crie.

- 2. Conjugason attique de εἶπον

“4 Indicatif, εἶπον, -aç. -2{v), τουξν, -ᾶτε. -ον.

- Impératif, εἰπ-έ, -dt@. -ατε, -όντων, -ατον. GTV.

8 Subjoncüf. εἴπω Opt. εἴποιμι. Infin. εἰπεῖν. Part. εἰπών.

… 3. À la 1" pers, smg., on dit plutôt οἶμαι, ὥμην que οἴομαι, ῳόμην.

ὀλισθάνω ὀλισθήσω ὥλισθον (ὠλίσθηχα) glisser ὄμνυμι ὁμοῦμα!: ὥμοσα ὁμώμοχα jurer ὄμνυμα: ὁμοσθήσουα: ὠμόθην ὁμώμομα: élre juré ὀνίνημι ὀνήσω ὥνησα -- aider (264) ὀνίναμαι ὀνγήσομαι ὠνήμην" — tirer profit de ὁράω-ὦ * oYoux: εἶδον ἑὁραχα voir ὁράομαιτῶμα: ὀφθήσομαι ὥφθην opt étre vu

ns

᾿ὄρνυμι ὄρσω ὦρσα, ὄρωρον — faire lever

᾿ὄρνυμαι ὀροῦμαι ὠὡρόμην ὄρωρα se Lever ὀρύττω ὀρύξω ὦρυξα ὀρώρυχα creuser ὀσφραίνομαι ὀσφρήσουα: ὠσφρόμην -- [lairer (394) ὀφείλω λή ὠφείλητα ὠφείληχα devoir (440) ὀφλισχκάνω ὦφλον ὥφληχα encourir Πάσχω" ἔπαθον πέπονθα éprouver [284) πείθομαι ἐπιθόμηην πέποιθα 5 croire, obéir πέμπω ἔπεμψα πέπομφα envoyer πέμπομα: ἐπέμφθην πέπεμμια: étre envoyé (211) πετάννυμι } ἐπέτασα, ᾿-" déployer (221) (πετάννυμα!:) D (ἐπετάσθην) Térragas élre déployé πέτομαι πτήσομαι ἐπτόμην πεπότημα: voler, volliger πήγνυμι πήξω ἔπηξα -- fixer πήγνυμαι παγήσουνχι ἐπάγην πέπηγα étre firé πίμπλη μι (Eu) ἐυπλήσω ἐνέπ)λ. σα ἔμπέ ax remplir πίμπλαμιαι (Ξμ.-) (ξμπλήσομια) ἐνεπλησάμιην ἐμπέπλημαις se rassasier πίμπλ auat (su) ur τλησθήσομιαι:ι ἐνεπλήσθην ἐμπέπλημα: élre rempli πίμπρημιίε,) ἐμπρήσω ἐνέπρησα (ἐμ πέπρηκα, embraser πίμπραμιαι (eu-) ἰἐμπρησϑήσομα!) ἐνεπρήσθην [ἐμπέπρημιαι) élre embrasé πίνω πίομαι ἔπιον πέπωχα boire

πίνουναι ποθήσομαι ἐπόθην πέπουιαι étre bu (πιπράσχομαι "πεπράσο! υαι ἐπράθην πέπραμαι élre vendu πίπτω πεσοῦυαι ἔπεσον πέπτωχα tomber (227)

Page 1