‹ Grammaire grecqueChapitre 120 sur 240 · Vu στ τορενγυμι · texte numérisé non relu

Vu στ τορενγυμι

σῴζομαι σωθήσομα: ἐσώθην σέσωμαι δέ sauvé Τείνω τενῶ ἔτεινα τέταχα tendre (249) τείνουαι ταθήσομα: ἐτάθην τέταμαι étre tendu (223) ee Δ ) ἐτέλεσχ finir τελέομαι-οὔυχι ἐτελέσθη" élre fini (234) τέμνω ἔτεμον couper TÉU.VOUXL ἐτυήθην élre coupé TÉATO ἔτεχον enfanter (283) τίνω ξτεισα payer τίνομχι — ἐτείσθην élre payé τιτρώσχω τρώσω ἔτρωσα blesser © TÀiw TÀN-GW, -σουχι ἔτλην δι ρονίον (268) τρέπω To= lu ἔτρεψα lourner τρέπου αι τρξέψουα!: ἐτρενάμην --ι [aire fuir τρέπομαι τρξψομα!: ἐτοαπόυνην — fuir τρέπομα!: (τραπήσομια! ἐτράπην τέτρχμμα: élre tourné τρέφω θρέψω ἔθρεψα τέτροφα nourrir (28) τρέφομαι θρέψουχ!: ἐτράφην τέθρχμμα: élre nourri τρέχω δραυοῦυα: ἔδραμον δεδράμηχα courir τρώγω τρώξομα: ἔτραγον — :brouter τυγχάνω τεύξουα. ἔτυχον τετύχηκ oblenir?

τύπτω τυπτήσω ἐπάταξα πέπληγα frapper πατάξω Ὑπισχνέομαι ὑποσχήσουχ: ὑπεσχόμην ὑπέσχηυμα: promellre Φαίνω φανῶ ἔφηνα πέφαγχα montrer φαίνομα!: -- ἐφάνθην πέφασμα: élre montré φαίνουαι φανήσομαι: ἐφάνην ἐπέφασμα: apparailre ἰφανοῦυα!: ἐπέφην φάσχω φήσω ξφησα — affirmer (271) φέρω οἴσω ἤνεγχονῦ ἐνήνοχα porler φέρομαι: οἴσουαι ἡνεγχάμην ἐνήνεγῃμαι emporler p. soi φέρομα!: (: ἐνεχθήσομαι ἠνέχθην ἐνήνεγμαι ἐμεῖς: porté (sicbiooua: se häter φεύγω φεύξομαι: ἔφυγον πέφευγα [uir φθάνω φθήσομα: ἔφθασα. ἔφθην (ἔφθαχαὶ devancer (268) φθείρω φθεσῶ ἔφθειοα ἔφθα: CE détruire (219) 4 1. Je supporte.

. Ou se trouver par hasard.

Page 1