‹ L'Achilléïde byzantineChapitre 30 sur 41 · TR TU · texte numérisé non relu

TR TU

ἀλλ᾽ ὡς ἀδάμας ἤστεκεν ἀσάλευτος στὴν σέλλαν᾽ Ἀν νὴ ES

ὡσὰν ὃ μέμμογκας ἔχει δύναμιν à ἐμΠγς εἰς τὸ λιοντάριν RES

Er ce καὶ ὁ δυνατὸς ἐκεῖνος OT PATATE πρὸς Toy Α χιλλέαν, ἔθει are

γ΄, “ὦ AN

1009a τὸν φοβερόν. τὸν δράκοντα, τὸν λέον. ΚΑ LAN EE / A ke ie - 7

1010 ὅμως ἐστράφην ἥμερα, λέγει τὸν στρατιώτην" re DAS τὴν κονταρέαν σου καὶ τὴν πολλήν σοὺ τόλμην' τὰς ἜΜ

.. 7 / » / . | LA TI Pa

ἐμένα Φιλοτίμησε ξενιάσματα μεγάλα. τὰ PEN

΄, \ / $ / tone τίποτες ἂν ἔχεις ἀκριβόν, καὶ γὼ νὰ σὲ τὲς μάθω "NN

mr / / 2 PURES 1015 «ἕναν κοντάριν ἐπίασεν, ξκέντησεν Toy μαῦρον, εν τ χαὶ χονταρεὰν τὸν ἔδωκεν καλὴν ἀπὸ καρδίας: λα 5

δοξόβολον τὸν ἔρριξεν ἀπάνω En τὸ φαρίν Trou | ὁ τον, Peur Après 999, en rouge: 6 ᾿Αχιλλεὺς μὲ τὸ ἀπελατίκιν. — Après 1003, en rouge:, bas

καβαλλάρης κρούει τὸν ᾿Αχιλλέα δυνατῶς. — Après 1007, en rouge: à ᾿Αχιλλεὺς ἐδέκτη. ἡὴν ἐν ΤᾺ -" Free κονταρέαν τοῦ στρατιώτη; au bas de la page, après le mot ἔτσε, on lit: καὶ συντυχαίνει τον. ἀρ SRE

+ Fais καὶ “λέγει καὶ γελᾷ τον"

ee Βμαϑες, στρατιώτη μου, νὰ χροὺς τὰς κονταρέα ς' δ δά, λασμῶν πῶς ἐγίνετον καὶ πῶς σοῦ ἦλθεν τοῦτο: LL ἐμάνϑανες, TÔTE els τὴν γὰ ΠΈΦΤη Lo LE ἐντροπιάστηκες καὶ “ἂν τύχῃ νὰ χολιάσω.

| στρατιώτη To μὴ τὸ εὐτραπῇς. καὶ μηδὲ AUTYI HS το, "καλὸς ἤτον ὁποῦ σὲ ἔδωκεν καὶ ἀπεδὰ νὰ πάϑης. ἐκείνου, ὡς μὲ ᾿ φαίνεται; ἄλλο οὐκ ἐσηκώθη. OT” Re ἐκ τοὺς μαύρους Ta πέφτουν, προσκυνοῦν τον. κὰ Ὁ λέγουν' »᾽Απὸ σήμερον κράτησουν τὸν ϑυμόν σου, pay ἐτόσες χάριτες σὲ χάρισεν ἡ τυχή σου" χεις καὶ κάλλος σαυμαστὸν καὶ καὶ τόλμην ὡσὰν λέων" FAC ᾿ ἐπῆρες, καὶ στανίο μᾶς κρυφὰ τὴν ἀδελφήν pas” Ἴ 2 ἀπὸ σήμερον ER fes διὰ νὰ σὲ προσκυνοῦμεν. ΝΟΣ 3 σὺ XAPÈS ᾿γὰ Le πάντοτε per ἐκείνην.

To Seds σὲ Ἔχω τωρεν καὶ ἡ τύχη σου ἐτίμησέ σε. ae “καὶ ἡμᾶς πρέπει de ἀπὸ σήμερον στὰ σπίτια σου VAT OUEN, | τοὺς γάμους σου νὰ κάμωμεν μετὰ τῆς ἀδελφῆς μᾶς + νὰ χιαροῦμεν εἰς ϑεὸν ὅτ, ἔδωκέ μᾶς τύχης

| ka) εὐχαριστοῦμεν τὸν ϑεὸν διὰ τὴν ἀνδρειὰν, τὴν ἔχεις, ᾿ no σἔδωκεν ἡ τύχη σου νὰ Re: μετά μας.

᾿ς a ὡς ἤκουσεν ὁ Ἀχριλεῦς χδότας τὰς καλοσύνας, | f 62 r°. 4 τότε ἡ puxh Trou μέρωσεν, τὸν πόλεμον ἐφῆκεν : | καὶ γλήγορα ἐπέζευσεν, κρατεῖ, καταφιλεῖ Tous γος ΨΑι, καὶ ᾿λέγει TOUS" »᾿Αγώμετε, ἀδέλφια Par εἰς τοὺς γονεῖς σᾶς. ἌΝ ΩΣ καὶ ὅσα εἴδετε na} ἠχκούσετε, ὅλα εἰπῆτε τῶν Ta

| κἐλᾶτε, γὰ He a τοὺς γάμους τῆς καλῆξ: ee

ἢ £ καὶ ὡσὰν τοὺς ἐπαρέγγειλεν. ἐκίνησεν καὶ ὑπάγει εἰς τὰ ἐδικά του. 4 κόρη τὸν ἐδέκτηκεν Dern καὶ χαιρετᾷ TOY,

στὸν τράχηλόν τοῦ σύντομα ἐκρέμετον ἡ κόρη, 4 σφικτὰ περιλαμπάνουσιν,, γλυκειὰ, καταφιλοῦσιν ἡ f 62 v°. EE À καὶ λέγει. τον ἡ λυγερή; AE ἤργησες. ἀφέντη. nai μὴ σὲ ὖρεν τίποτε κακὸν τὸ δὲν ἐϑάρρειες." καὶ “γέλασεν ὁ γεώτερος͵ καὶ λέγει (ὩΣ τὴν κόρην" 05 “»Οἱ “ἀδελφοί, σου ἥβγασιν, ἤϑελαν νὰ μὲ πιάσουν. at: | Après 1023, en rouge: ὁ se ἔρριξε τὸν στρατιώτην χαμαὶ ἀπεϑαμένον. — Après ἡ, 028 en rouge : οὗ γυναικάδελφοι τοῦ na προσκυνοῦν τὸν MERE — 1045, ἀγώμετε ες ἀγμοϑέρας DA

ne

» LU . LA ΜΕΥ NS À τ Ἐὰν 4 \ Et +

ἐν OA ὲ νον" a” ’ : mr t 12 Ψ “Ἂν ΝΣ tu: re Aie

D pee ὙΦ LT NT AT]

se Pa τὸν πατέρω καὶ μητέρα μᾶς καὶ ὅλους τοὺς ἐδικούς μᾶς.

118 L'ACHILLBÏDE BYZANTINE,

\ \ | / 2/ : Ν ᾿ / V4 γὰ μὲ κρατήσουν YJEAGY μετὰ μεγάλης τόλμης; 2 + \ 7 Ν 7 Ν \ / ἀλλὰ νὰ F6 τὰ pui 4 σου. νὰ σὲ γλυκοκερδέσω,, νὰ ζῶ. γὰ ζῇς. νὰ Ai pen οὶ καὶ γώ, κόρη, ετά σου. : | ῥαβϑεάς, σπασεὰς ἐχάρισα εἴτιναν ηὗρα ἐμπρός mou, à 1060 ὥστε γὰ μὲ ζητήσουδιν οἱ ἀδελφοί σου ἀγάπην καὶ ἤκουσα τοὺς λόγους των καὶ ἔσ μιξα μὲ ταύτους, f 63 εἰ ἀρ τοὺς ἐπερίλαβα καὶ κατεφίλησά TOUS" RTE καὶ ἔπεψα καὶ πήγασιν, κόρη, εἰς τοὺς γονεῖς σου * ΚΝ Va μὲ προσκυνήματα πολλὰ σὰν πρέπει" τοὺς γονεῖς μᾶς, 1065 ὡσὰν χρωστοῦσιν τὰ παιδιὰ νὰ δώσουν τοὺς γονεῖς Tous ἈΝ αὔριον ἐκδεχόμεσθεν ὅλους ἐδῶ νὰ ἔλθουν \ / ΠΝ !

τοὺς ἐδικούς σου ἅπαντας καὶ ὅλους τοὺς συγγενεῖς ou.” »Ἤ y 7 c \ \ € / PAS / TOUT& ἀκούσας ὁ πατὴρ KA ἡ μήτηρ TOU Αχμλλέως, 1070 καταφιλοῦσιν τὸν υἱὸν καὶ χαίρονται μεγάλως" | {63 ν", ἐπήγασιν καὶ ἤμπασιν μέσα εἰς τὸ κουβούκλιν' c/ ; : 43 καὶ ὅταν E7 ἐφάγασιν δ βάν τὸ μεσημόβιων καὶ ἐχαίρουνταν ἀντάμα ὥστε νὰ ξημερώδῃ, ἶ οὐδὲ δείπνου Φροντίσασιν, οὐδὲ ἦλθαν νὰ δειπνήσουν' 1075 ἀλλὰ οὐδὲν ἐδύνονταν ἀντάμα καὶ οἱ δύο / νὰ χαταχορτάσουσιν τὰ ῥωτικά τοὺς κάλλη.

- Ν " / UE \ 2 ΄ καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἡϑέλασιν ἵνα τοὺς ἐξυπνίσουν' κ᾿ σ᾽ 2 7 + 7 / 2 7 καὶ ὅταν ξξημέρωσεν, ξλίγον ξκοιμήδην' 1080 ἡ( κόρη EM OS MATE) de δ βου τὲς ἀγκάλες. + ὁ τῶν ἐρώτων | βασιλεὺς καὶ μέγας καὶ δυνάστης [64 r°. ἔπεσεν εἰς ἔρωταν καὶ ἡμπὲν εἰς ἀγάπην,

καὶ ὁπ οὐκ ἤϑελεν ποτὲ τὲς γύκτες γὰ κοιμᾶται. mer er Di

5 9 RMS / \ = \ \ / YÀ εν H&I TO στρογεμῶν χᾶν Χκειίζῶι μὲ τῆν ΧΟΡΉν. ?

καὶ λέγουσιν. οἱ δώδεκα ..Σηκώσου, δέσποτά μου, PINCE τῇ σηκώσου, γείρου γλήγορα, ἔρχεται ὁ πεϑερός σου" τὴν σήκου γὰ τὸν ἀποδὲε ἐκτοῦμεν μετὰ τιμῆς. μεγάλης." < CR 1090 καὶ ὁ Πάντουρκλος ἐκράτησεν τὸ χέριν τῆς Φουδοὕὔλας. | 08 ἐσ ΡΥ. j

ἐσάρρειεν. ἔναι συλ γγενής, ἔναιν ἐξάδελφός του, χαμογελᾷ καὶ λέγει TOU, λέγει τοῦ ᾿Αχιλλέως" | Τίς à Ur 4 / dé c/ \ c/ / 3 A

οἷς νὰ σὲ HPATEIEV, OÉCTOTA, ἕως τὴν ὡρῶν TAUTWYS

1081. Au bas de la page, qui finit par ἐρώτων, on lit de deuxième main : ὁποῦ ἐκαυκᾶτον à? τὰ πολλά. Ρ

JMS AT

πὸ μὴ. καὶ χᾶσαι ? πάντα, σου, γὰ “μὴ μὲ ἡνειδίζης. à λόγια αὐτὰ ἔλεγεν, τὴν κόρην κατεφίλει | Ἀχιλλεὺς, καὶ ἤστεκεν πολλὴν πολλὴν τὴν ὥραν | ἐπάνω que ὁλόχαρος., ἐκ τὴν πολλὴν ἀγάπην.

| πηδοῦν, καβαλλικ πὰν γὰ τὰν ἀπαντήδουν᾽ f 65 r°. ἢ ᾿ ἀλλὰ καὶ ἡ κόρη ἐξέβηκεν μετὰ τῆς πεϑερᾶς TA5;

ua ὁ πεϑερός Trou ἐχάίρετον καὶ ᾿ἔβλεπέν τοὺς ἀπὸ μακρέα. χαὶ ὅ OTAY Ἑκουτέψασιν. καὶ σμίξασιν κοντά τους.

ἀρεῖ τωι τὸν és ὁ te LEVTÉ ταῖς

#4 ΚΟ ΡΝ, τοῦ τὸν Ha στἀγκάλια τῆς ἀπέσω.

: à ia des TOY αὐτὸν ἡ sa τοῦ;

| | rie TOUS καὶ τήγασιν εἰς τὸν αὐτοῦ πάτέρω, ὅλος ka ἀντάμα. νει χώμασιν, οἱ λές. τῆς κόρης" ᾿ pe 5 VEde pe A Aout ἐρωτικὰς στρατιώτης.

ER καλὰ εἶχεν καὶ τὴν ἀκοὴν καὶ τὲς ἀνδραγανίες." ἀπὸ ϑεωρίας μόνον ἔφριξαν καὶ λέγασιν ἀντάμα: be ποῦ τὸν ἐγέννησεν.) ἔδε χαρὰ εἰς ἐκείνην, τ χαρὰ εἰς τὴν ᾿ὡραιοτικὴν “ii en ÉXEIVYY, ὁποῦ τὸν ἐκολούϑησεν τούτον τὸν ἀγουρίτσιν." ᾿ ἐπῆγαν καὶ ἐσμίξασιν ἀντάμα | ὅλοι f 66 r°. καὶ ὁ ᾿ρασιλεὺς ἐφίλειεν τὴν ἐδικήν του πόρην᾽ καὶ ὡσὰν νὰ τὴν ὀνειδίζει χαμογελᾷ καὶ λέ éyer | Κόρη μου, πῶς μᾶς ἔφυγες ὅλους τοὺς ἐδικούς σου nai ἄγουρον ἐκολούϑησες ξένον καὶ ἀπ’ ἄλλῃν χώραν; τ΄ ἡ χόρη δὲ τὰ μάτια τῆς χαμαὶ στὴν γῆν τὰ εἶχεν 25 καὶ τὸν γαμπρὸν ἐκράτησεν καὶ καάτεφίλησε τον. κλίνει τῶν δύο τὰς κεφαλάς, APTE καὶ JUyaTpôés του, . χαὶ ἀπὸ καρδιᾶς Tous εὐχίστηκεν. καὶ ἀπὸ ψυχῆς του μέσα: »Εὐχόμεσϑέν σᾶς, παιδία μου, ἀνάπαυσις ψυχῆς μᾶς, f 66 v°. a RER Ξ it “μέλι τῆς καρδίας μου. A κληρονόμοι, La AROEE LA | VEVÂTE “πολλῶν χρονῶν, γώ "YNPATETE ἀντάμα. ! ANSE νὰ γενήτε. πολλῶν χρονῶν. νὰ κρᾳτῆτε τὴν βασιλείαν" κτλ έζμς ἘΝ τ ΠΝ μὲν σᾶς εὕρῃ Fees Hés. κανέγαν κακὸν στὸν κόσμον. τ ; ἀλλὰ πάντα νὰ poser e εἰς ὅλην τὴν. ζωήν, gas

3 4 Après 127, en rouge : κρατεῖ ὁ Ge εὺς τῶν δύὸ 104 κεφαλὰς καὶ εὔχεταί τους καὶ κάμνει τὸ pe tee

“Ὁ 7 / 4 | ᾿ { ; dé δα, καὶ γὰ δῶ. παιδία ἔμορῷφα ἀπὲ- τὰ ἐδικά σὰς μέρ ὉΠ ? ΩΣ / , ΄ ; FL Ce CE αὐτὸς ἦτον ὃ γάμος Tous καὶ ὅλη ἡ EUAoyiæ dise ἀτός τοῦ τοὺς ἐσύμπλεξε, κρατεῖ, καταφίλεϊ τους; ; 7 ΄ ᾿ καὶ μπρός τοὺς | τὴν ἐφίλησεν ὁ ᾿Αχιλλεὺς τὴν κόρην. Ê 07 r°. A ENT \ Du Ἀγ k : Mao 4 à OR \ κ καὶ 0 βασιλεὺς EVÉANTE καὶ ὅσοι καὶ ἂν TOY εἶδαν" / / 9 7 καὶ τότε γίνετον χαρὰ μεγάλη εἰς εκείνους.

\ € / δ ὩΣ \ / Σαλὰ Ν 7 καὶ ὡς τινάσσει ὁ ἄνεμος τὰ φύλλα ἀπὲ τὰ δέντρα, > CEE / € V7 > \ / / ἔτσε τοὺς ἐτινάξασιν οἱ δώδεκα Ex τὰ φαριά Tous κάτω. ᾿ A / / καὶ ὁ ᾿Αχιλλεὺς ἐκάϑετον, καὶ ἔτρεμεν ἡ ψυχή του. / 22 / καὶ ἕνας καλὸς νέος. EuopDos καβελλάρης. | ΓΘ ν᾿. 2 + Φρωγκόπουλος ἐρωτικός, πλούσιος, ἀντρξειωμένος. Ψ - ᾿ 2 4 Dapiy ἐκαβαλλίκεψεν μαῦρον ὡσὰν ἐλαίαν, - / 5 πιάνει σκουταροκόνταρον καὶ ἧμπεν εἰς τὴν μέσην.

\ dise \ διὰ » 7 / \ \ © κανεὶς ἀπὲ τοὺς δώδεκα οὐκ ἠμπόρεσε νὰ τὸν ῥίξῃ, 2 - - / ἀλλὰ ὅλους ἐφοβέριζεν M κονταρεὰ τοῦ Φράγκου" "ἡ Ζ - 2 7 :

καὶ δύο κοντάρια ἐσμίξασιν καὶ δῶκαν τὸν ἀντάμα, / NT 2 Æ \ \ 2 Ξ / χασϑόλου δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὸν ἀποσαλέψοουν.

Ἢ \ ς / 2 7 / / χαὶ ὁ IIxyrouprocs ἐπιλάλησεν. MPOUEL TOY XOYT&pÉAY \ \ \ ? 2 ARE 4 δ UN \ / ; καὶ δὲν τὸν ἐπεσάλεψεν ἀπάνω ἀπὸ τὴν σέλλα.

καὶ ὁ ᾿Αχιλλεὺς ἐκάϑετον μετὰ | Toy πενθερόν τοῦ f68 r°. τὸν νὰ τὸν δῇ τὸν Πάντουρκλον, ἐσφάγην ἡ ψυχή του, καὶ ὁρίζει νὰ τοῦ στρώσουσιν τὸν μαϑημένον μαῦρον' καὶ ἡ κόρη τὸν ἐκράτησεν καὶ λέγει καὶ κρατεῖ τον’ » ADéyry, κάϑου, δυνατέ, Φοβοῦμαι τον τὸν Φράγκον' k - / πολλὰ Θωρῶ Toy δυνατόν, πολλά ᾿ναιν ἀντρειωμένος.᾽" 7) / f \ \ 7 à Λέγω σε. σώπα. λυγερή, μηδὲν μὲ φοβερίζῃης \ ; 5? / \ \ \ / \ 7 ἂν οὐ σεγάπουν τὰ πολλᾶῶ Καὶ πόσουν σὲ μεέγᾶλα, Ν Ἂ Ν \ / \ / € / μιὰν σφοντυλιὰν νὰ σὲ χτύπησα νὰ ξέβην ἡ ψυχή σου.

\ ? / / c/ 4 \ 2/ κι καὶ γλήγορα κοντάριν ἥρπαξεν βενέτικον μὲ τἄστρα - 2 7 Fu \ - 7 κεῖ ἐπεχλωμιάϑηκεν ἀπὸ ψυμοῦ μεγάλου" | / , s + πὸ μακριὰ ἐπήδησεν καὶ εὑρέθην καβαλλάρης. ΤΣ “ 2 7 F4 «Ὁ à ΄ς ἀστραπὴ ἐξεπήδησεν, δὲν ἐφοβήθη Φράνκον" ; πόνους LS Φράγκος δὲν ἐφοβήϑηκε νὰ τὸν συναπαντήσῃ, μμὲ κατέβην ἀπάνω του. κρούει Toy κονταρέαν᾽ € HAL ” αἱ ὁ ᾿Αχιλλεὺς ἐγέλασεν καὶ πέρασεν ENENTEN. |.

Ὧν on

ἣν Rs OS

Ὁ λ νιν x) φιναξ: τὸν ὌΝ | Mes Φράώγκε, δέξου pe σὲ σένα κατηβαίνω.; αὐ κονταρεὰν τὸν ἔδωκε μὲ τὴν καρδιάν τοῦ ὅλην" τῶν τὸν ἐπέτασεν, ἐμπρὸς στὸν ee TOU.

ns οὐδὲν ns νὰ 6e τὰς un 5408 RAT UE τὴν ἀνδρειάν μου τὴν Φρικτήν, | ἔλεγα νὰ τὸν ῥίξης. [09 ν΄, 18 ἽΝ καὶ κάϑισεν; τὴν κόρην συντυχάίνει" τ DBides, ψυχή μου. τὸν στρατιώτην τὸν ἐφοβήσης:; πιστεύω νὰ μηδὲν ἐγσυμησῇ ποτὲ νὰ πιλαλήσῃ" Le ἐὰν. ἦσαν. καὶ ἄλλοι, à Ed ue νὰ ἔπεσαν καὶ κεῖνοι." καὶ, ὅταν ἐπεράσασιν ἡμέρες τῆς χαρᾶς των, ἕναν. “μῆναν ὅλον ἐκράτειεν ἡ χαρά TOUS.

᾿ καὶ ἐπεχαιρετίσϑησαν οἱ ARE τῆς κόρης, Ἧμεν αὔτους ταρεξέβηκεν | ἡνῶ τοὺς παραβγάλῃ. καὶ εἰς τὴν στράταν εἴπασιν ὅτι νὰ κυνηγήσουν. ὁ τόπος ἔσυρνε νερά, | εἶχεν JE καὶ καλάμιν' f 70 r°. ἦ αι. καὶ λεὼν ἐξέβη φοβερὸς ἀπὸ τοῦ χκαλαμίου,

na ὁ βασιλεὺς ἐφώναξεν' »Ἐδὰ ἂς ἰδῶ παιδιά μου."

τ΄ ἀλλὰ κανεὶς οὐκ ἔδραμεν ἵνα τὸν ἀπαντήσῃ' Ur ὅλοι τοὺς ἐφοβήϑησαν τοῦ λέοντος τὸν φόβον" ΕΣ καὶ τότες πάλιν ὁ ᾿Αχιλλεὺς κρατεῖ τὸ ἀπελάτίκῆι; 1200 ἀπάνω του κατέβηκεν ὡς Φοβερὸς καὶ "μέγας. π΄ “πεῖ. τὸ χέριν Tou, κρού Toy εἰς τὸ κεφάλιν" ù oO - na τὸ ἀπελατίκεν ἔρριξε, πιάνει τὸν Ex τὸ κεφάλιν.

“He LU καὶ ἀπὲ τὸ αὐδᾶν, ᾿ δ ΟΣ δεῖν, καὶ μὲ τὰ χέρια του ἔσκισεν τὸν λέονταν μέσα δύο. f 70 v° ; ἧς pas ᾿ ἐκέντησεν ὁ βασιλεύς, αὐτὸν περιλαμπάνει; | D: ᾿ nai τότε πεχαιρέτισεν καὶ πάγει στὴν καλήν του. Γ΄ τὰ ῥοῦχάα του ἐβράχησαν ἐκ τοῦ ϑεριοῦ τὸ αἷμαν, τ καὶ ῥοῦχα τὸν ἐφέρασιν καὶ ἔλλαξεν εἰς τὴν ὥραν’ . had εἰς χορὸν ἐπιάσασιν ὅλοι οἱ ἐδικοί του, 1210 ἀντάμα καὶ ἡ μάννα του καὶ ἡ εὐγενικὴ φεδούλα CEE 77 τρουγιδίτσιν᾿ ἤρκισεν ἡ κόρη μετὰ πόσου"

"AY σχίσουν τὴν καρδία μου. ἄγουρε. | νὰ σὲ εὕρουν" ΕἼ τ vù σ᾽ εὕρουν, στρατιῶτα μου, ῥιζοφύτευτον, εὐγενικέ μου.

ἀνὰ 1200, en rouge: d λέων ἐκατέβη ἀπάνω στὸν fa καὶ ὁ ᾿Αχιλλεὺς ἀπάνω εἰς 3 δέον, τὶ Après 1211, Le rouge: Le αὐφ |

ἢ Οὔ La ἐχάρην ἡ καρδία του πάλιν, πολλὰ τὸν εὐχίστην' é

En marge, en regard des vers 1237— 1239, on lit: αἵ, df ἀλλοίμονον: 19 der est écrit à l'encre ἢ noire, les deux autres à l'encre rouge.

ἐχαίρουνταν εἰς τὸ κάλλος τοὺς ἀντάμα καὶ οἱ δύο. fr

Page 1