Qc τοιαύτης (47) — καταιγίδας (48). Int
848. Τυφῶς γάρ : Τοὺς χαταιγιδώδεις (2) — Αἰσχύλον διὰ τοῦτο (4). Var. χαλοῦσιν (2), | d'abord λήξε, puis λήξη (3). Ext.
849. Συλλέγων μονῳδίας : Οἱ μὲν (6) — πορνεύουσαν (10). Observ. τὸ ὄνομα πρόσωπον, le mot ὄνομα est exponctué en haut et en bas (7-8). Inf.
850. Γάμους δ᾽ ἀνοσίους : Οἶμαι διὰ (10) — ταῦρον (12). Var. δὲ manque (10). Inf.