ἜἜπαιξε (43) — πόλιν (44). Int
185. Εὐχείρωτοι γὰρ of ὄρνεις, où πάρνοποι " ἔστι δὲ — κωνώπων λέγουσι (10). Observ. Pour ce dernier mot, il y ἃ le sigle de λέγει. Ext.
186. Μηλίῳ : ᾿Αντὶ τοῦ (3) — ἑαυτούς (3). Var. προδεδώχκασιν au lieu de παραδεδώχασιν (2). Ext.
189. Πυθὼ δὲ Βοιωτούς : Τινές (8) — βοιωτίαν (11). Ἢ οὕτως * μόνον γὰρ τότε δίοδον αἰτοῦσιν ὅταν στράστράτευμα (sic, le second στρά ἃ été barré) διάγη, ὅτ᾽ ἂν δὲ χαθ᾽ ἕνα καὶ εἰρηνικῶς ἢ χαθ᾽ ἕνα οὐχέτι (13, οἵ. Adn.). Ext.