Ωστίζεται - συνωθεῖ, συνθλίδεται. SUD
44, Ἑϊώθασιν (51) — καθαρτής (0). Sup.
47. Ἱερεὺς Δημήτρας χαὶ Τριπτολέμου (10) — ἐκαλεῖτο (21). Sup. 49. Τήθας ἐχάλουν τὰς μάμας. SUP.
53. Ἐφόδι᾽ oùx ἔχω : Ὅτι — πένης εἰμὶ; διὸ εἰρήνης ἐπιθυμῶ. Ext.
AXAPNHS. 162
δά. Οἱ τοξόται + Τοῦτο (30) — δόριστήν (31). Var. φησιν omis (30). Ext.
50, Ὦ Τριπτόλεμε * Τοὺς (40) — ἀπελαύνοντες (42). Var. δὲ omis (42). Ext.