SA À
A 4 = N » ñ . 4 “χχὶ δ᾽. τοῦτο ἐδιώχθηκα ἀπὸ τὸ μοναστήριον. Ἡ δὲ θυγάτηρ τοῦ ΩΝ δό Ξ ῃ- eos \ ΝΣ ΤῊΝ δὲ 5 \ \ , ξενοδόχου ἦλθεν ὁ χαιρὸς καὶ ἐγέννησε παιδίον ἀρσενιχὸν, χαὶ πάραυτὰ ἐπὴρέν το ὁ ξενοδόχος χαὶ ἤφερέν TO εἰς τὸ μοναστήριον, χαὶ ΄ γι ᾿ Ἴ »Ἐ ᾽ - , “ ὡς ηὗρε τὸν Mastves ὁποῦ ἐχάθετον ἔξω ἀπὸ τῆς θύρας, ἔρριψεν 7. “ \ cp D > τ ͵ τὸ παιδίον ἔμπροσθέν του χαὶ εἴπεν του" *Toÿro εἶνα! τὸ παιδίον € τὸ e 22 É 3 A ΄ € Ζ A ε 1 ὁποῦ χακῶς ἔσπειρες᾽ ἔπαρ τὸ χαὶ χάμε το ὡς θέλεις. Kai ὡσὰν τὸ ἔρριψεν ἔμπροσθέν τοῦ χαὶ ὑπ τά γη; ἔλαόεν ὃ nee τὸ παιδίον χλαίων χαὶ ὀδυρόμενος ἔλεγεν. de ἔναι ἐγὼ ἔξιος εἶμε διὰ πᾶσαν ’ δὰ \ “ x - , , θλίψιν χαὶ στενοχωρίαν χαὶ κατὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἀπολαμβάνω" , κ᾿ il > τῷ Ν, , Ÿ »
ἀμὴ τὸ ἄθλιον τοῦτο τὸ παιδίον θέλει ἀποθάνει ἐδὼ μετ᾽ ἐμένα. A 3 2 » ν᾿» x δ. A €. = Καὶ ἀπὸ τότε ἄρχησε χαὶ ἐννοιάζετον διὰ τὸ παιδίον. Καὶ ὑπῆγεν Ἴ τὸ » 5,9 5." ἦτ ᾿ \ εἰς ταὶς μάνδραις τριγύρου χαὶ ἐζῆτα ἀπὸ τοὺς βοσχοὺς VAL χαι ᾿ ΄ 4 / À 5 4 νι ’ 3 ἐτρέφετο τὸ παιδίον. Kai εἶχε πολλὴν θλίψιν καὶ χλαύματο. ἀπαρα- ’ ΄ \ δί " / À x ἫΝ τς " μύθητα, δίοτι τὸ παιδίον ἔχλαιε πάντοτε χαὶ τὰ ῥοῦχα του ἐμαγάριζε, χαὶ ἔδιδε πολλοὺς χόπους χαὶ πόνους χαθημέραν τῇ ἁγίχ. Le ν᾿ € ἧς - ν SN Exaye λοιπὸν *6 Μαρῖνος τρεῖς γούνους ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστή-
{ A x “Ὁ ΝΜ ε , el: » 4 ε # ριον. Ko μετα ταῦτα επέεσᾶαν O! χολογήηροι ὅλοι ELS TOY ἡγουμένον
χαὶ ἐπαρακάλεσάν τον QE ς᾽ Συγχώρησον. δέσποτα. τὸν ἀδελφὸν Mas σώνει τὸν ἣ ἀτιμία τῶν τριῶν χρόνων, HA τὸ περισσότερον, χαὶ ὅτι εἰς ὅλους ὁμολογεῖ τὸ σφάλμα του. Ὁ δὲ ἡγούμενος οὐχ ἤθελε νὰ τὸν δεχθῆ. Τότε ἄρχησαν οἱ χαλόγερο! χαὶ ἔλεγαν ὅτι ἀν δὲν δεχθῆς τὸν Μαρῖνον εἰς τὸ μοναστήριον, ἡμεῖς ὅλοι ὑπάγωμεν: ἀμὴ πῶς ἔχωμεν νὰ παραχαλέσωμεν τὸν Θεὸν νὰ συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας μας: ἰδοὺ τρεῖς χρόνους ἔχει ὁ ἀδελφὸς ὁποῦ εἶναι διωγ γμένος ἀπὸ τὸ μοναστήριον, χαὶ πάλιν δὲν τὸν συγχωρεῖς; Ταῦτα ὡς ἤχουσεν ὃ ἡγούμενος εἶπεν τους. Διὰ τὴν ἐδιχήν σας ἀγάπην χαὶ τὴν χαλωσύνην ἀκούω τῶν λόγων σὰς χαὶ δέχομαι τὸν Μαρῖνον: ὅμως νὰ εἶναι μιχρότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφούς. Καὶ ὁ Μαρῖνος εἶπε πρὸς τὸν ἡγούμενον: Καὶ τοῦνο μεγάλον μου εἶναι, δέσποτά μου ἅγιε, ὅτι ὡς ἀνάξιος ὁποῦ εἶμε ἐχαταξιώθηχα χαὶ ἐσέδηχα μέσα ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ μοναστηρίου διχν᾿ ᾿χξιωθῷ χαὶ νὰ δουλεύσω τοὺς ἁγίους πατέρας. Καὶ ὁ ἡγούμενος ἐπρόσ σταξε τὸν Μαρῖνον vx ὑπηρετῇ εἰς ταῖς χρείαις τῶν ἀδελφῶν. ἹΚαὶ ἔχαμνε τὴν ὑπηρεσίαν του μὲ πόθον
πολὺν χαὶ μὲ φόύθξον Θεοῦ. Kai τὸ παιδίον ἐχολούθει ὀπίσω τοῦ χαὶ
un \ x / - Nr € A " # date χατὰ τὴν συνήθειαν τῶν παιδίων, ὡς χαθὼς ἔχουν συνήθειχν
\ δ, x re Ὁ A \ ù 19 \ ΄ K \ τὰ παιδία VX ζητοῦν φαᾶγι χαι VX χρα- OUY TOY TRATEON τους. (4
δὲν τὸν ἔσωναν τὸν Mapivov οἱ πειρχασμοὶ οἱ ἄλλοι ὁποῦ εἶχεν, ἀλλὰ A
χαὶ ἄλλον πειρασμὸν eiye διανὰ ἔχῃ Χαὶ τὴν ἔννοιχν τοῦ παιδίου εἰς τὸ φαγί του χαὶ εἴ τι ἄλλο ἐχριάζετο. Πλὴν ἀνεθράφη τὸ παιδίον χαὶ ἔγινε ταχτιχὸν καὶ ἐνάρετον, χαὶ ἀξιώθη χαὶ ἔγινε καλόγηρος χαὶ εὐηρέστησε τῷ Θεῷ.
Ὡς δὲ τὸ λοιπὸν ἔφθασε τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ Μαρίνου χαὶ ἔμελλε νὰ ὑπάγῃ πρὸς τὸν Θεὸν, ἔπεσεν εἰς ἀσθένειαν τοῦ χορμίου. ᾿Ερώτησεν ὁ ἡγούμενος τοὺς ἀδελφοὺς χαὶ εἶπεν: Ποῦ εἶναι ὁ Μα- Fos; ἰδοὺ ἔχω τρεῖς ἡμεραῖς ὁποῦ δὲν τὸν εἶδχ εἰς τὴν ἐχχλησΐαν, ὁ ὁποῖος πάντοτε εὑρίσχεντον πρῶτος εἰς “τὴν ἐχχλησίαν. Τότε ὑπῆγαν τινὲς ἀδελφοὶ εἰς τὸ χελλίον του χαὶ εὑρῆχαν τον ὁποῦ ÊTEλειώθη. Καὶ ἦλθαν χαὶ εἶπαν τὸν ἡγούμενον: Ὁ ἀδελφὸς Μαρῖνος ἐχοιμιήθη. Kai ὁ ἡγούμενος εἶπε᾽ Τάχα πῶς νὰ Are ñ He του; ποίαν ἀπολογίαν ἔχει νὰ δώσ, διὰ τὸ μέγα ᾿άμάρτημα ὅποῦ ἔχαμε; [av ἐπρόσταξε νὰ τὸν ἀλλάξουν χχτὰ τὴν συνήθειαν τῶν
χχαλογέρων. Kai ὑπῆγαν νὰ τὸν λούσουν χαὶ εὑοῦκαν ὅτι ἦτον vu ἴ ἢ
ἬὝΨΙ € € \ A p] \ \ , /2 7 χουσεν ὁ ἡγούμενος τὰς φωνὰς χαὶ τὴν βοὴν at ἐρώτησεν τί τι " ε 2 7 5 « = “΄ er e 0 ͵ μας ὁ Μαρῖνος εἶναι γυναῖχα. Τότε ἔδραμεν ὁ ἡγούμενος μὲ σπουδὴν ER 1 | 5 \ € τὸ » ταῦ A el c > % πρὸς τὸ λείψανον. χαὶ ὡς εἰὸεν αἀληθὼς ὅτι εἶναι γυναῖχα ÊTEGEV ἘΠῚ ᾿ “ΝἣδΟ = Cyr, 14 = 2 sm » TN:
εἰς τοὺς πόδας τοῦ ytou λειψάνου χαὶ χλαίοντας ἔλ λεγεν" Edo ἃς ἀποθάνω εἰς τοὺς ἁγίους σου πόδας, ἕως οὗ νὰ ἀχούσω ἀπὸ ἐσένα, dyix τοῦ Θεοῦ, συγχώρησιν εἰς τὸ μέγα πταίσιμον ὁποῦ σὲ ἔπταισα, διότι ἀδίχως σὲ ἐπαίδευα, ἁγία τοῦ Θεοῦ. Καὶ χοιτάμενος "πολλὴν ὥραν εἰς τοὺς πόδας τῆς ἄγίας χαὶ χύνοντας περισσὰ δ΄ 5 \ 5 » e 7 N δάκρυα, ἦλθεν φωνὴ καὶ εἶπεν" ἢ Exadn δὲν τὸ ἤξευρες ὅτι ἄδιχα μὲ ἐπαίδευες τὸ λοιπὸν de εἶναι συγχωρημένη ἡ ἁμαρτία σου, ὅτι
ru / “ e 4 ι \ 3 le
Τότε ἐσυχώθη ὃ ἡγούμενος ἀπὸ τὴν γὴν nai ἐμήνευσε τὸν ξεδύ: ἣ ἢ ΝΣ , \ , ΝΣ τ = ε νοδόχον νὰ ἔλθῃ μὲ σπουδὴν εἰς τὸ μοναστήριον. Koi ὡς ἡλθεν ὁ
N 3. 8 e ΄ ὃ , ΠΝ ΣΥΝ τε ἦν δῦ “ à Éevoddyoc, εἰπέ του ὁ ΠΟ με ες Μετανόησον, ἀδελφὲ, διότι ἔσφαλες