ἕως ἂν ξ. rat ἄσχ. γένηται Lc, puis
τότε γὰρ πᾶν σ. βάπτει εἰς χρυσὸν χαὶ γίνεται... — 16. ἄσχιος χαὶ ξανθὸς Lc. — 17.
χρυσοῦ Le, f. mel. — γὰρ] δὲ Laur. Le. — οὔτε] f. 1. οὐδὲ. --- 18. βάπτει AK Laur. — 19. ποιαὶ] ποίηαι A ; ποίει“ Καὶ, Réd. de Laur.: χατὰ πιότιταν. ἔπιδεί περ ποῖαι αἱ πιότιτες. Après ποιότητα] Réd. de Le.: Πῶς δύναται βάψαι εἰς χρυσόν ; πᾶσαι γὰρ αἱ ἐνέργειαί εἰσιν ἀσώματοι ποιότητες " ὅθεν χαὶ.... (1. 22). - 90. ποιῇ K.— 22. Réd. de Le: ἢ χατ᾿