FABRICATION DE L'EAU MYSTÉRIEUSE
- ’ ΄ “ὦ ᾿ - \ : ΄ PA ἐπείπερ οὐ γέγραφεν ἑνὸς τῷ ἀριθμῷ τὸ ἀδύσσαιον ὕδωρ, PIN ΕἾ ΕΝ Ν s. 3 DA Ἐν = AN ΕΣ Ξ εἴδει ἣ τῷ γένει δυνατόν ἐστιν ἐφ ᾿ἔχαστον αὐτῶν ἐρείδειν ἡμᾶς τὴν
a ES 4 = 9 ὡς , a us N διάνοιαν, ἀλλὰ τῷ μὲν plug λέγειν ἕν παντελῶς, ἀὸ ν᾿ ΞΕ SONT Dé AN = CAN AE ἐλ σῷ Ξ δι \ γὰρ τῷ αὐτῷ δύναται ξανθόν te χαὶ λευχὸν χαὶ μέλαν. ὍὭσπερ οὐδὲ τὸν - 4 "» ψ x A , \ x A La A αὐτὸν ἄνθρωπον εἶναι δυνατὸν μέλανα xai λευχὸν καὶ σιτόχροον, ἣ τὸν
΄ - - ἃ, 2 ΄ = DEN ς τοιαυτὴς τῶν εἰἴοῶν εἐτεροτῆτος, μαλιστα ἔπ'
5 20! SN Pr! Ve ͵ APE ᾿ Ψ τὸ τ ἡ τοῦ ἀθίχτου χαὶ διασόέστου χαὶ ἀπολελυμένου * ἣ τοίνυν ὥστε λέγειν SES ε NUE - ti = =" DEN , . JA , A4 \ \ αὐτὸν ὡς τὸ ἕν εἶναι τῷ ἀριθμῷ, τῶν ἀδυνάτων ἐστιν. ᾿Ομοίως δὲ χαὶ τὸ a ε - EAN 5 ΄ SANS , ΠΡ να : ΄ ca ἕν ὡς τῷ εἴδει ἀμήχανον ἐνδεῶς, πάντως ἀνάγχη ὁμολογουμένως ἕν
ς 7 .» : ΄ 3 a FAN δ΄, "δ < - Καλῶς ἐφῆσὲεν ο Ζώσιμος « O EV 000 1e) μονᾶοας ως
ι ᾿ « Ἄρσεν χαὶ θῆλυ ἐποίησεν ΠΝ, 4 - - - TO ἘΠ ΤᾺ = EN IN PINS ee αὐτοὺς. » “Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ ἀριθμῷ ἢ τῷ εἴδει ἀδύνατόν ἐστιν πᾶν
NVNY τὸ ἐν ποταμοῖς ἀένναον. /eläocolc τε χαὶ λίμναις i (re VE > i
1. ἑνὸς] ἕν E Lb. — ἰναδύσσαιον Lb, ὡς ἕν ΕἼ Lb. — ἐνδεῶς — ἕν ἐστιν] Réd. de
mg. : 71,63 (Renvoi à VI, v, 6, et vu, E : ἐνδεῶς L παντὸς ἀνάγχη, ἕως τοίνυν 2.) ὃ. τὸ μὲν AD Lb.— 4. τὸ αὐτὸ Β etc. ὁμολογοῦμεν iv. Réd. de Lb : ἀμήmel. — δύνατα! εἶναι. — ὥσπερ δὲ οὔτε Lb. χανόν ἐστιν - ἀναγκαίως τοίνυν ὁμολογοῦμεν — 5. μέλαν M. — σιτόχρωον M. -- 6. ἕν εἶναι. — ἕν ἐστιν] ἕν εἶνα: BA. — 13. σχύθον M. — αὐτὸ τὸ ὕδωρ Lb.— 7. χατὰ- τῷδε] τὸ δὲ Β εἴς. — 15. χαλῶς ἔφησεν οιθμῶ AK; χαταριθμῷ E; χαταριθμούμενον δ᾽ Δώσιμος) χαὶ ὡς ἔφησεν ὃ φιλύσοφος Ζώ- Lb. F. 1. az ᾿ ἀριθμὸν. --- ὑπουργεῖν τῇ σιμος Εὶ Lb. — ἔφησεν ὁ φ'λόσοτος (Ζώσιμος τέχνη E Lb.— 8. τῷ εἴδει] τὸ εἶδος Lb. — omis) ΒΑΚ. — 16. ἀλλήλαις ποιεῖ E ἑνὸς] Εἰ. 1. ἑνὶ. — 9. ἀδύνατον ὑπουργεῖν 1,5. — 18. 20 ” ὅμοίωσιν A, comme Lb. — 10. ἀθήχτου M. — à: ᾿ ἀσδέστου dans la Genèse, I, 26; za ᾿ ὁμοίωσιν B etc. — ἢ] à BAK; & E Eb. — 11. ἡμετέραν KE Lb. — καὶ προσεπάγε: B etc. ta souligné, et au-dessus : ἕν ἐστι Ε:ν | — 20. ἁλιῶδες) ἁλῶδες Β etc. — F. 1.
set Lb. — τοῦτο τῶν a. ἐ, Lb. — 12. ὡς] ἁλμῶδες.
Ἧ τι ΝΣ NT: 4 / “ὌΝ =" ᾿ ë χἀνταῦθα τὸ ἀπὸ τῆς ὀρνιθογονίας ἐξιωμένον ὕδωρ τῷ γένει ὑπάρχον ἕν, \ lAN
τὴν τε ἜΝ χαὶ τὴν δυιοτερίζουσαν, αἵ τινες OUVE ρχόμεναι λείωσει τε
6] Διο NE NO een Cent ne τὸ ἀπὲ Lo χαὶ μᾶλλον € εζεστι À γξεῖν ὦ ς TO μὲν ἐνχουσσᾶιϊιον ὃ ωρ τὸ ἀπὸ
En N - : N e τὴς λοπάδος ἐστὶν dvaontomevov, αἱ δὲ δύο σύνθετοι μονάδες αἱ συνερ-
EN ! ε 4 τοῦ συνθέματος ὑπάρχουσι μέρη, τό TE
ἄσηπτον, τὸ στερεὸν, χαὶ TO σεσηπὸς ὑγρὸν, τὸ ἐχ τῆς χύτρας διὰ τοῦ
ὶ ὀργάνου λειφθὲν, μετὰ τὸν τεταγμένον τῆς ἰώσεως γρόνον. ἔνθεν E6paia
5 = à Α \ Δ , N SES προφῆτις ἀνυποστόλως ἐχραύγαξεν « To ἐν γίνεται δύο, χαὶ τὰ δύο
Be \ A κ᾿ Nue , a Y XXL τοῦ γῶν TO EV τετᾶρτον
! 3 Ὁ Ἂ ; “ SEX Ν εἰς γένει χαὶ οὐ τῷ εἴδει ἣ τῷ ἀριθμῷ ᾿ ἀπὸ γὰρ τοῦ ἑνὸς προῆλθεν τὸ δύο
1. χρίναις M. — τὸ μὲν γένει ἕν εἶναι E3 | 6. ταῦτα εἶπον) χαὶ ταῦτα ἐν βραχέσι εἶπον τῷ μ. y. ἕν εἶναι Lb. — τῷ (δὲ biflé) γὰρ | E Lb. — μὴ χύνεται M. — ὁμοίως δὲ χαὶ εἴδει E; τῷ γὰρ εἴδει Lb. — 2. διαφορὰ) | Εἰ Lb.— 8. ἐν τῇ lex. E Lb. — ἐν] Derχατὰ τὸς διαφορὰς E 1.0. --- χαὶ τοῦ ἀριθμοῦ | nier mot du fol. 103 de M et de son τὸ ἄπειρον E; καὶ τὸ ἄπειρον πάντως τῦ | cahier 12. La suite est à la ligne 1 du ἀριθμοῦ Lb. — Les mots τῷ γὰρ — τοῦ | cahier15. — μιγνύμενον E par corr. Lb. ap. entre parenthèses dans Lb. — ἄπυ- — 9. πλύνσιν B etc. — 10. ὁμοεταιρίζου-
ρον ΒΑΚ. — 3. ὀρνιθογωνίας M. — τῷ σαν Lb. — 11. ἀλλήλας B etc. — 12. M γένει] τὸ μὲν γένει Lb. — ὑπάρχονει E; | mg. à l'encre noire, sur une ligne ver-
ὑπάρχει Lb. — 4. τοῖς δὲ εἴδεσι E Lb. — ticale : πυχλνολ (?). — ἐνάδύσσ. ΜΒ; ἕν
F. 1. πυρρώδει. — D. val οὐχ do. Εἰ; οὐκ ἀδύσσαιον AKE. Lb mg.: 57, 71 (Renvoià ἀφίησιν τοίνυν [-b. — ‘Epuñ<] Signe de VI, v, τ et vu, 2. — 16. χηφθὲν B etc. f. ᾿Ερυῆς et de κασσίτερος MBAK; τὸν mème mel. — 17. προφήτης M. (Marie la signe Εἰ; τὸν “Ἑρμῆν 6
βοστρυχίτην AK; τὸν βοστρυχίτην E Lb. — 18. ἕν δύο ἕν E. — τὸ γένει E. — 19. τὰ
| ] | | Lb. — βοστρυχτ B; | Juive?). — ἐχρ. λέγουσα E Lb. — —
ji ot