ELO
soun d’appelés, mais peu d'élus, πολλοι χλητοὶ,.
ὀλίγοι δὲ ἐχλεχτοί, Bibl.
ÉLISION , 5. f. ἔκθλιψις, suc (ἡ).
ÉLITE, s. f. L'élite des troupes, οἱ ἀπόλεἅτοι στρατιῶται, ὥν. L’élite de la jeunesse, éo aiperoi, ὧν (ct). Corps d'élite, ἀνδρολογία,, ας (ἡ).
ÉLIXIR, 5. m. ἔχλειγμα,, ατος (τὸ).
ELLE, pron. fém. Voyez Lui ou IL.
ELLÉBORE, s. Ὧι. plante, ἕλλέθορος, οὐ (6).
1ELLIPSE, 5. f. ἔλλειψις, ews (ἡ).
ELLIPTIQUE, adj. ἐλλειπτικύς, m, ὅν.
ELME , s..m. Feu St.-Elme, ἑλένη, ns (ñ).
ÉLOCUTION, 8. f. λέξις, τως (ἡ) : φράσις, es (ἡ). Grâce de l’élocution, ἡ τοῦ λόγου ou τῆς φράσεως χάρις, LTOS.
ÉLOGE , 5. m, ἐγκώμιον, οὐ (τὸ). Faire l’éloge de quelqu'un, τινὸς ἐγκώμιον. λέγω, fut. bo : τινὰ ἐγτχωμιάζω,, fut. dow. En faire un magnifique éloge, πολλὰ χαὶ μεγάλα τινὰ ἐπ-αινέω,, ὦ, fut. αἰνέσω, Basil,: μυρίοις ἐγκωμίοις τινὰ ἀπο-σεμνύγω, fut. υνῶ, Basil. Donner à quelqu'un de justes éloges, χατὰ τὸ εἰκὸς τινα ἐν ἐπαίνοις ἄγω, fut. ἄξω, Suid, Combler d'éloges exagérés, ὑπὲρ ἀξίαν τινὰ ἐπ-αινέω, ὦ, fut. αἰνήσω : ὑπερ-Οἄλλοντας ἐπαίνους περί τινος ποιέομαι, οὖμαι, fut. ἥσομαι. Accorder des éloges ἃ la mémoire de quelqu'un, δι᾽ εὐ-φήμου μνήμης τινα ἄγω, fut. ἄξω, Basil. Son éloge était dans toutes les bouches, πάντες αὐτὸν ἐν. στόματι εἶχον ἐπ-αινοῦντες (ἔχω, fut. ἕξω : ἐπἀινέω, ὦ, fut. αἰνέσω), Πέγοαι.
ÉLOIGNÉ, 6e, adj. ἀφ--εστηχώς, υἷα, ὅς, gén. ὅὁτος, OU ἀφ-εστώς, ὥσα, ὡς, gén. ὥτος (ραγιῖο. parf. α᾽ ἀφ-ίσταμαι, fut. ἀπο-- στήσομαι) : διτεστηκώς, υἷα, ὅς, gén. ὅτος, où δι-εστώς, ὥσα, ὡς, gén. ὥτος (partic. parf. de δι-ἴστα.-μαι, fut. δια--στήσομαι). Éloignés les uns des autres, ἀλλήλων δι-εστῶτες ou ἀφ-εστῶτες. Ils sont fort éloignés, πολὺ δι-εστήκασιν où δὶεἐστᾶσι. Être éloigné, δι-έστηχα ou ἀφ-έστηκα (parf. de δι-ΐἴσταμαι εἰ α᾽ὰἀφ-ίσταμαι). — de quelque chose, τινός où ἀπό τινος. Al est éloigné de cet endroit, πόῤῥω χεῖται τόπου (κεῖμαι, fut. Κείσομιαι). Nous en sommes plus éloignés, ποῤδωτέρω τούτου γινόμεθα (γίνομαι, fur. γενήσομαι). Ils sont très-éloignés de la Grèce, ποῤῥωτάτω τῆς Ἑλλάδος εἰσί (εἰμί, fut. ἔσομαι). || Au fig. Se tenir éloigné des affaires publiques, πόῤῥω τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἄπ-ειμι, fut. ἀπ-έσομαι. Je suis bien éloigné de penser sinsi, πόῤῥω δέω
ELO 387 Où πόῤῥω εἰμὶ τοῦ ταῦτα νομίζειν (δέω, fut. δεήσω : εἰμί, fut. ἔσομαι : νομίζω, fut. low).
ÉLOIGNEMENT,, 5. m. distance , διάστασις, eos (ἡ). Apercevoir dans l'éloignement, πόῤῥωθεν ἀφτοράω, ὦ, fut. ἀπ-τόψομαι, acc. || db sence, ἀπουσία, as (ἡ). Aimer toujours ses amis malgré leur éloignement, τοὺς φίλους xuimrep ἀπ-όντας ἀγαπάω, ὦ, fut. now (ἀπ--ών, partic. ε᾽ ἄπ-ειμι), fut. ἀπ-έσομαι). || Départ, ἀπὸ γώpnou, εὡς (ἢ) : ἀποδημία, ας (ἡ). || Renvoi, ἄφεσις, εὡς (ἡ). Exil, envoi er «xil, ἐξοριouce, οὗ (ὁ). || Aversion, ἀλλοτριότης, τὸς (ἡ): ἀπέχθεια, ας (ἡ). Avoir de l’éloignement pour quelqu'un, πρός. τινα ἀλλοτριόομαι, οὔμιαι, fut. ὠθήσομαι : τινὰ ἀπο-στρέφομαι, fut. στρέψομαι ou στραφήσομαι. Ceux qui ont de l'éloignement pour moi, οἱ πρὸς ἐμὲ ἀλλοτρίως ἔχοντες, ὧν (ἔχω, fut. ἕξω). Anspirer à quelqu'un de l’éloignement pour un autre, τινά τινος ou ἀπὸ τινος ἀλλοτριόω, à, fut. wow.
ÉLOIGNER , v. a. écarter une chose d’une autre, τὶ ἀπό τινὸς ἀφ-ίστημι, fut. ἀπο-στήσω, ou ἀπο-χινέω, ὦ, fut. #ow. Éloigner quelqu'un des affaires, τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τινὰ ἀφἴστημι, fut. ἀπο--στήσω. Éloigner quelqu'un d’un autre, aîgrir son esprit, τινά τινος OU ἀπὸ τινὸς ἀλλοτριόω, ©, fut. ὠσω. Éloigner toute pensée chagrinante , τὰς φροντίδας ἀπο--σχεδάννυμι, fut. σχεδάσω. Éloigner les soupçons, πᾶσαν ὑποψίαν ἀν-εαιρέω, ©, fut. œproo.|| Renvoyer, chasser, ἀπ-ελαύνω OU ἐξ-ελαύνω, fut. ἐελάσω, &CC. :
ἀπο-πέμπω, fut. πέμψω, acc Éloigner les flatieurs, τοὺς χύλαχας ἀπ-ελαύνω, fut. ελάσω, | Remettre, différer, ἀνα-Οάλλομαι, Θαλοῦμιαι. une décision, τὴν χρίσιν, — le payement d’une dette, τὸ χρέος.
S'ÉLOIGNER, v. r. s’écarter, ἀφ-ίσταμαι, fui. ἀπο-στήσομαι, gén. S’éloigner de son sujet, πόῤῥω τῆς ὑποθέσεως ἀπο-πλανάομαι, ὥμαι, fut. θήσομαι, Isocr.
ÉLOQUEMMENT , ααν. λογίως : ῥητοριχῶς :
ÉLOQUENCE, s. f. ἡ περὶ λόγους δεινότης, nros : λογιότης, τὸς (ἡ). Plus souvent on tourne par λόγοι, ὧν (ci), discours, ou par l’infinitif, τὸ λέγειν, parler. La puissance de l’éloquence, ἡ ἀπὸ τῶν λόγων δύναμις, ewc. Quel homme aurait assez d’éloquence, τίς ἂν εἴη τοσούτων λόγων μετ-εσχηκώς (εἰμί, fut ἔσομαι : μεττέχων