EXE
ἀπολογίαν λέγω, fut. λέξω. En apporter une mauvaise , χαχὴν πρόφασιν προ--τείνω, ful. τενῶ. Apporter sa maladie, son äge pour excuse 3 τὸ ἀῤῥωστεῖν, τὴν ἡλικίαν προ-φασίζομαι, μι, ἔσομαι. Recevoir ox admettre une excuse τὴν ἀπολογίαν ἀπο-δέχομαι, fut. détour. Vous n’avez pas d'excuse pour, οὐκ ἔστιν οὐδεμία πρόφάσις τοῦ, infin. Cette faute n’a pas d’excuse, τοῦτο éxros ἀπολογίας ἐστί. Tenir lieu d'excuse, servir d’excuse , παραίτησιν φέρω, ful. οἴσω. | Faire ses excuses à quelqu'un, παρά τινὶς συγγνώμην αἰτέω, ©, fut. ἥσω.
EXCUSER , v. a. présenter une excuse. Excuser quelqu'un, ὑπέρ τινος ἀπο-λογέομαι, οὔμαι, fut. ἥσομιαι. — d’une faute, τὴν ἁμαρτίαν. S’excuser soi-même, ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἀπο-λογέομιαι, OÙ simplement ἀπο--λογέομαι, οὔμαι. — d'une faute, τὴν ἁμαρτίαν. || Servir ou tenir lieu d'excuse. Sa douleur l’excuse, τὸ πιχρὸν τῆς λύπης παραίτησιν φέρει (φέρω, fut. οἴσω). || Admettre une excuse. Vous m'’excuserez si je dis, συγ- Ἰνώσῃ μοι λέγοντ! (συγ-γινώσχω, fut. γνώσομιαι). Il excusera votre faute, τὴν ἁμαρτίαν σοι συγγνώσεται. Je vous prie de m’excuser, δέομα:
ὑμῶν συγγνώμην μοι ἔχειν (ἔχω, fut. ἕξω).
s’Excuser de, refuser honnêtement d’accepler, παρ-αιτέομαι, οὔμαι, fut. mou, acc. 1 s’excusait de parler, τὸν λόγον παρ--Ὑτεῖτο, || S'etcuser Sur, σχήπτομαι, Jul. σχήψομαι, «cc. :
προ-φασίζομαι, ful. ἴσομαι, acc. : προ-τείνω, Jut. revo, acc. — sur son âge, τὴν ἡλιχίαν, — sur son ignorance, τὴν ἄγνοίαν OU τὸ μὲ εἰδέναι.
EXEAT , 5. m. ἄφεσις, εὡς (n).
EXÉCRABLE , adj. qui fait horreur, κατά-οατος OU ἐπάρατος, C6, ον : χαταράσιμιος OU ἐπαράσιμος, 06 OU Ἢ, ὧν :μυσαρὸς, &, ὅν (comp.
ὦτερος, Sup. ὠτατος). || Très-mauvuis, κάκιστος, Ἢ, ὧν: χείριστος, No CV.
ἘΧΕΘΟΒΑΒΙΈΜΕΝΤ, adv. χείριστα.
EXÉCRATION , 5. f. imprécation, χατᾶρα, ας (ἡ) : ἐπάρα, ας (ἡ). || Horreur, μῶσος, cv; (τὸ). Avoir en exécration , μυσάττομαι, {{μ|. ἄξομιαι, acc. Qui est en exécration, μυσαρός, ä, dv (comp. wrepos, sup. τατος) : ἐπάρατος OU XATOPATCE , ος, OV.
EXÉCRER, v. a. υυσάττομαι, fut. ἄξομαι, act
EXÉCUTER, v, a. mcitre à exécution, ἐΐ -ἐργάζομαι ou ἀπ-εργάζομαι ou καταεργάζομαι, fut. ἄσομαι, acc, : τελέω on ἐπι-τελέω. ©. fui,