MES
Le merveilleux, dans un poëme, dans un, récit, τὸ τερατῶδες, ouç. Récit merveilleux , | reparcloyiæ, ας (ἡ).
MES, pron. possessif plur. voyez Non.
MÉSALLIANCE, 5. f. ὁ οὐκ ἐξ ἴσου γάμος, οὐ : ὁ οὐκ ἀπὸ τῶν ἴσων γάμος, οὐ.
se MÉSALLIER, v. r. οὐχ ἐξ ἴσου γάμον Tütéo- | μαι, οὔμαι, fut. ἡσομαι.
MÉSANGE, 5. f. oiseau, μιέροψ, οπος (ὃ).
MÉSAVENTURE, 5. f. συμφορά, ἃς (ἡ).
MÉSENTÈRE, 5. m. μεσεντέριον, ou (ro).
MÉSESTIMER, v. a. περὶ ἐλάσσονος OU
A , , περὶ ἥσσονος ποιέομαι, cat, Jul. nouat, acc.
MÉSINTELLIGENCE, 5. f. διαφωνία, as (ἡ) : διαφορά, ἃς (ἡ). Être en mésintelligence, δια-φωνέω, ὦ, fut. ñow : δια--φέρομαι, fut. δὲοἴσομαι. — avec quelqu'un, τινί ou πρός τινα. Il y a entre eux de la mésintelligence, διαφέρονται πρὸς ἀλλήλους : στασιαστικῶς πρὸς οὗτοὺς ἔχουσιν (ἔχω, fut. ἕξω).
MÉSOFFRIR, νυ. n. δυσωνέω, ὦ, fut. ἥσω :
δυσωνέομαι, οὔμαι, fut. nou.
MESQUIN, 1xE, adj. de peu de valeur, εὐτελής, ἧς, ἐς (Comp. éorepcs, sup. ἑστατος): φαῦλος, Ἢ, ον (comp. ὅτερος, sup. ὁτατος). || Ghiche, avare, ἀνελεύθερος, ος,, ον :
φειδωλός, ἡ, ὃν (comp. ὅτερος, sup. ὁτοιτος).
MESQUINEMENT, adv. εὐτελῶς.
MESQUINERIE, 5. f. exiguité, εὐτέλεια,, ας (ñ). || Avarice, ἀνελευθερία, ας (ἡ) : φειδώ, οὕς (ἡ).
MESSAGE, 5. πι. ἀγγελία, ας (ἡ).
MESSAGER , 5. γι. ἐβε, 8. f. envoyé, &yγελος, οὐ (ὁ, ἡ). || Qui porte des lettres, γραμ.-ματοφόρος, ou (6). || Avant-coureur, προάγγελος, NN CAE MESSE, s. f. sacrifice des chrétiens, λει- Toupyia, ας (ἡ) : ἡ ἱερὰ σύναξις, εως, Eccl.
La célébrer, λειτουσγέω, ὥ, fut. ce.
MESSÉANCE, δ. f. ἀκοσμία, ας (ἡ).
ΜΕΒΒΕΑΝΤ, ante, adj. ἀπρεπής, ἧς, és (comp. ÉOTEPGÇ, SUP. ἕστατος) : GXODILOS , C5, OV (comp. ὅτερος, Sup. ὁτατος). | MESSIE, s. m. nom du Christ, Μεσσίας, οὐ (ὃ).
MESSIEURS, 5. m. pl. κύριοι, ων (ci).
MESSIRE , 5. m. χύριος, οὐ (ὃ). | MESTRE, s. m.— de camp, orparer ue | χύς, οὐ (ὃ).
MESURABLE, adj. μετρητός, ἡ, Ov. ᾿