SYN
SYMPHYSE, 5. f. σύμφυσις, eus (ἡ).
SYMPTOMATIQUE, adj. συμπτωματιχός, ἢ, Ov.
SYMPTOME , s. m. en termes de médecine, σύμπτωμα, ατος (ro). || Signe, indice, τεχμιήριον, cu (τὸ) : σημεῖον, cu (τὸ).
SYNAGOGUE, 5. f. συναγωγή, ἧς (ἡ).
SYNALÈPHE , 5. f. συναλοιφή, ἧς (ἡ).
SYNALLAGMATIQUE, αα). συναλλαγμα-τιχὸς, ἡ, dv. Contrat synallagmatique, συν-ἄλλαγμα, ατος (τὸ).
SYNARTHROSE, 5. f. συνάρθρωσις, εὡς (ἡ).
SYNCHONDROSE, 5. f. συγχόνδρωσις, eus (ἡ).
SYNCHRONE, adj. σύγχρονος, ος, ον.
SYNCHRONISME, 5. m. συγχρονισμός, où (6).
SYNCHYSE, 5. f. σύγχυσις, eus (ἡ).
SYNCOPE, 5. f. terme de grammaire, ouyxonn, ἧς (ἡ). || Terme de médecine, συγχοπή, ἧς (ἡ). || Dans la langue vulgaire.
Tomber en syncope, s’évanouir, λειποψυχέω ou λειποθυμέω, &, fut, nou.
SYNCOPER, v. a. συγ-χύπτω, fut, κύψω, acc.
SYNCRÉTISME, 5. m. συγχρητισμιός, οὔ (0).
SYNDÉRÈSE , 5. f. concentration de l'âme en elle-même, συντύήρησις, eus (ñ), G. M. || Conscience, remords, συνείδησις, εὡς (ἡ) : τὸ συν-εἰδὸς, ὅτος (partic. de σὐν-οιδα.). Voyez Conscrence,
SYNDIC, 5. m. σύνδικος, ou (ὁ).
SYNDICAT, s. m. fonctions de syndic, ouv-
SYZ 907
δικία, ας (n).|| Les syndics eux-mêmes, σύν-dou, ὧν (ci).
SYNECDOCHE , ou SYNECDOQUuE, 8. f. συνexdoyn, ἧς (ἡ).
SYNÉRÈSE, s. f. συναίρεσις; εὡς (ἡ).
SYNEVROSE, 8. f. συννεύρωσις ; εὡς (x).
SYNODAL, ΔῈ, adj. συνοδικός, ἡ, cv.
SYNODE , 5. m. σύνοδος, ou (ἡ).
SYNODIQUE, adj. συνοδιχός, ἡ, ὁν.
SYNONYME, adj. συνώνυμος; ος ) cv.
SYNONYMIE, 5. J. ouvovuuta, ας (ἡ).
SYNOPTIQUE, adj. συνοπτιχός, ἡ, cv.
SYNOQUE, 5. f. συνοχή, ἧς (ἡ).
SYNOVIE, 5. f. τὸ τῶν ἄρθρων ὕγρον, où. SYNTAXE, 5. f. σύνταξις, εὡς (ἡ).
SYNTHÈSE, 5. f. σύνθεσις, εὡς (ἡ).
SYNTHÉTIQUE, adj. συνθετικός, ἡ, dv.
SYNTHÉTIQUEMENT ; adv. χατὰ σύνθεσιν.
SYRINGOTOME, 5. m. συριγγοτόμιον, ou (τὸ).
SYRTES , s. f. pl. σύρτεις, ewv (ai).
SYSTALTIQUE, adj. συσταλτιχός, ἡ, ὅν.
Mouvement systaltique, συστολή, ἧς (x).
SYSTÉMATIQUE, adj. réduit en système, συστημιατικός,, ἡ», ὅν. || Qui a des idées paradoxales, παροδοξολόγος, os, ον.
SYSTÉMATIQUEMENT , ad.
SYSTÈME, 5. m. σύστημα, ατὸος (τὸ).
SYSTOLE, 5. f. συστολή, ὥς (à).
SYZYGIE , 5. f. συζυγία, ας (ἡ)