UTI
WTEPCS , SUP. ὦτατος) : ὠφέλιμος, ος OU Ἢ, ον (comp. ὠτερος, sup. ὡτατος) : λυσιτελής, ie, ἐς (comp. ἕστερος, sup. ἐστατος), Cet homme pourrait vous être très-utile dans cette affaire, πρὸς ταῦτα. γίνοιτο ἄν σοι οὐχ, ἥκιστα χρήσιμος (γίνομιαι, fut. γενήσομαι), Plat. Utile et commode, ebyonores , ος, ον. Qui n'est utile à rien, ἄχρηστος, ος, ον : εἰς οὐδὲν χρήσιμος, cs ou n, ον. Étre utile à, συμ.--φέρω, fut.
uv-ciow , dat. : λυσιτελέω, ὦ, fut. now, dat. : ὠφελέω, ©, fut. row, acc. Je lui ai été aussi utile que j'ai pu, αὐτὸν τὰ δυνατὰ ὠφέλησα. Vous aurez élé très-utile à cette femme, ἐχείνην ἔσῃ τὰ μέγιστα ὠφεληχώς (εἰμί, Ju, ἔσομαι), Luc. Utile au peuple ow au public, δημωφελής, ἧς, ἐς. En quoi votre éloquence est-elle utile à la patrie? ri ἡ on δεινότης εἰς ὄνησιν ἥχει τῇ πατρίδι (fixe, fut. ἥξω); Dém. Être utile au peuple, δημωφελέω, ©, fut.
ἤσω. Il est utile de, συμ.-- φέρει, fut. συν-οίσει, OU λυσιτελεῖ, fut. moe, ou χρησιμεύει, fut.
εύσει, avec l'infin. || Subst. L’utile, τὸ συμ.-φέρον, ovres. Joindre l’utile à l’agréable, τὰ συμ-φέροντα ἡδέσι παρα-μίγνυμει, fut.
μίξω. Préférer l’utile ἃ l’honnête, τὰ vuyφέροντα πρὸ τῶν χαλῶν αἱρέομαι, οὔμαι, fut.
UTILEMENT, adv.
Employer utilement son Lemps, χαλῶς τὴν σχολὴν δια-τίθεμαι, Jut. δια- θήσομαι.
UTILISER, v. a, ἐν χρείᾳ τίθημι, fut.
θήσω, acc.
UTILITÉ, 5. f. qualité de ce qui est utile, ὠφέλεια, ας (ἡ) : λυσιτέλεια, ας (ἡ) : εὐχρηστία, us (ἡ). || Avantage qu'on tire d'une chose, ὠφέλεια, ας (ἢ) : χρεία, ας (ἡ) : ὄνησις, co (ἡ). Tirer de lutilité de quelque chose, ἔχ τινος ὠφέλειαν χαρπόομαι', οὔμαι, fut. ὦσο-. μαι : ἀγαθόν τί τινος ἀποτ-λαύω, ful. λαύσομαι: τινὸς ὀνίναμαι, fut. ὀνήσομαι. Avoir de l’utilité, χρείαν ἔχω, fut. ἕξω : ὄνησιν ἔχω, fut. ἕξω, ou φέρω, fut. οἴσω : λυσιτελέω, ©, fut.
συμι--φέρω, fut. συν-οίσω : χρησιμεύω, fut. εὐσω. — ἃ quelqu'un, τινί. --- pour quelque chose, εἴς τι. Cela m'est d’une grande utilité, τοῦτό μοι μεγίστην ὄνησιν φέρει (φέρω, ut. οἴσω). Cela n’est d’aucune utilité pour la patrie, τοῦτο τῇ πατρίδι οὐδὲν ouu-@épet, fui. συν-οίσει. Sans aucune utilité, εἰς οὐδὲν ὄφελος.