se Déterminer, \.Pr., prendre
une résolution, διαγινώσχ-ειν, διαγινώσχ-ω, fut. διαγνώσ - ομαι ; προαιρ -εἴσθαι, προαιρἔέομαι, οὔμαι, fut. προαιρήσ-ομαι. On tourne aussi par le verbe δοχεῖν employé à la troisième personne de la manière suivante : Je me suis déterminé à écrire, ἔδοξέ μοι γράφειν. — Déterminé, ée, part. passé el adj. 1 Défini, ὡρισμέντος, ἡ, ον. || 2 Décidé ἃ, διεγνωχ-ώς, Via, 65; ÉTOWL-06, 05, ον. || 3 Résolu, hardi, τολμηρτ-ός, ά, ὄν; πρόθυμ.-ος, 05, ον.
Déterrer, v. tr. 1 Tirer de terre, ἐξορύσοειν, ἐξορύσσ-ω, fut. ἐξορύξ-, acc. || 2 Dé-
couvrir, ἀνευρίσχ-ειν, ἀνευρίσχ-ω, fut. ἀν-
ευρήσ-ω, 800.; ἐξιχνεύ -ειν, ἐξιχνεύτω, fut.
ἐξιχνεύσ-ω. --- Déterré, ée, part. passé et adj., qui a l’aspect d’un mort, vexpwè-nc, Ὡς, ες.
Détersif, ive, adj., ῥυπτιχ-ός, ἡ, όν.
Détestable, adj. 1 Abominable, μιαρτός, ά, στυγερ-ώτατος). || 2 Mauvais, χάκιστ-ος,
Détestablement, adv., χάχιστα. :
Détestation, n. f., ἀποτροπιασμ-ός, οὗ (6).
DET
Détester, v. tr., βδελύσσ-εσθαι, βδελύσοομαι, fut. βδελύξ-ομαι, acc. ; στυγ-εῖν, στυγἕω, &, fut. στυγήσ-ω, acc.
Détirer, v. tr., διατείν-ειν, διατείντω, fut. διατεν-ὥ, acc.
Détisser, v. tr., ὕφασμα διαλύ-ειν, διαλύ-ω, fut. διαλύσ-ω.
Détonation, n. f., χτύπ-ος, οὐ (6).
Détoner, v.intr., faire explosion, χτυπ-εῖν, χτυπ-έω, ©, fut. χτυπήσ-ω.
Détonner, v. intr., sortir du ton, διαφωνεἴν, διαφων-έω, &, fut. διαφωνήσ-ω.
Détordre, v.tr., ἀνελίσσ-ειν, ἀνελίσσ-ω, fut. ἀνελίξ-ω, acc.
Détorquer, v. tr., παρεχχλίν-ειν, παρεκχλίνw, fut. παρεχχλιν-ῶ, acc.
Détortiller, v. tr., ἀνελίσσ-ειν, ἀνελίσσ-ον,
Détour, n.m. 1 Sinuosité, ἑλιγμ-ός, où (6).
[| 2 Ruse, prétexte, otpo?-n, ἧς (ἡ).
3 Circonlocution, περίφρασ-ις, εως (ñ). | 4 Ménagement, précaution, εὐλάδει-α, ας (à). 1] 5 Coude, divination, ἀγχ-ών, vos (6). Sans détour, 1 Droit au but, εὐθύς. | 2 Franchement, μετὰ παῤῥησίας.
Détournement, n.m., ὑπεξαίρεσ-ις, εως (ἡ).
Détourner, v.tr. 1 Faire changer de direction, ce. Ὁ δὲ ἀποτρέπ-ω, fut. ἀπο-
τρέψ-ω, acc. || 2 Dissuader, παρατρέπ-ειν, παρατρέπ-ω, fut. παρατρέψο-ω, acc. || 3 Distraire pour un usage illicite, ἐχχλέπτειν, ἐχχλέπτ-ω, fut. ἐχχλέψ - w, ace. — se Détourner, Y. pr. 1 Changer de che-
‘min, παρατρέπ-εσθαι, παρατρέπ-ομαι, fut.
παρατραπύήσ - ομαι. [ 2 Se tourner d’un autre côté, διαστρέφ-εσθαι, διαστρέφ-ομαι, fut. διαστραφήσ-ομαι.
Détracter, v. tr., χαταφαυλίζ-ειν, χαταφαυ- MG-w, fut. xatapavhio-w, gén.; διαθάλλεἰν, διαθάλλ-ω, fut. διαθαλ-ῶὥ, acc.
Détracteur , n. m., χαχολόγτ-ος, ου (6).
Détraction, n. f., διαθολ-ή, ἧς (ἡ).
Détraquer, v.tr., διαστρέφ-ειν, διαστρέφ-ω, fut. διαστρέψ-ω ; διαλύ-ειν, διαλύ-ω, fut. διαλύσ-ω, 866. — Bétraqué, ée, part. passé et adj., διάστροφ-ος, 06, ον; καχῶς διαχεί-