EVE
Eux, elles, pl.m.etf. de lui, οὗτοι, αὖ- Ta, ταῦτα; ἐχεῖνοι » ἐχεῖναι, ἐχεῖνα.
vacuant, ante, ou Évacuatif, ive, adj., qui fait évacuer, χενωτιχ-ός, À, Ov.
Pctton, n.f. Ê Matières évacuées, χένωμα, πὴ ν᾽ ἘΝ (to); διαχώρημα, διαχωρἦματ- ος (τό). |] 2 Départ, ἀφοδ-ος, OU (ἡ).
Évacuer, v. tr. 1 Faire sortir du corps, χεν-τοῦν, χεντόω, &, fut. χενώσ-ω, acc. || Q Cesser d'occuper, χαταλείπ - Et, χαταλείπ-οω, fut. χαταλείψ-ω, acc.
s'Évader, V. pr., ἀποδιδράσκχ -ειν, δράσχ-ω, fut. ἀποδράσ- τομαι.
Évaluation , n. f., estimation, εως (ἡ).
Évaluer, v. tr., estimer, τιμ-ᾷν, τιμ-άω, ©, fut. τιμήστ-ω, ace.
Évangélique, adj., εὐαγγελιχ-ός, ἤ, ὄν. svangéliquement, adv., εὐαγγελικῷ τρόπῳ.
Évangéliser, vtr εὐαγγελίζ- -εσθαι, εὐαγγελίζτομαι, fut. εὐαγγελίσ-ομαι.
Évangéliste ἢ. M., εὐαγγελιστ-ής, OÙ (6).
Evangile, n. m., εὐαγγέλι-ον, ον (τό).
s'Évanouir, pr. tomber en faiblesse, λι-
ἀποδι- rs τίμιησε-ις, |
οθυμ, - εἴν, λιποθυμ - éw, ΡΣ fut. λιποθυ-.
0 Ϊ Évanouissement, n.m., défaillance, λιποθυμί-α, ας (f).
Évaporation, n.f. fi ete liquide en vapeur, ἀτμισμ-ός, où (6). [| 2 Légèreté d’esprit, Rte OU DO TNT-06 (ἢ).
Évaporer, tr. | Résoudre en vapeur, ἐξα τρίζεειν, ἐξατμίζ: τω, fut. ἐξατμίσ-τω, acc. 12 Exhaler, ἀποπιν-εἶν, ἀποπν-έω, ful. ἀποπνεύσ-ω, 800. — s'Évaporer, \. pr., ἐξατμίζ- εσθαι, ἐξατμίζ-ομαι, fut. ξξατμίστογαι. | — Étaporé, ée; vart. passé et adj. 1 Reduit en vapeur. ἀτμιστ-ός͵ ἡ, 6v. || 2 lourdi, “κοῦφτος, Ἢ, OV.
Évasement, n.m.,carge ouverture, ἄνοιγμα, ἀνοΐγματ-ος (τό).
vaser, Υ. tr., élargir un orifice, ἀναστουoùv. ἀναστομ-ὅω, ὦ, fut. ἀναστομώσ-ω, acc.
— Évasé, ée, part. passé et adj., πλατεύς, εἴα. ύ.
vasif, ive, adj. ᾿ ει. sert à éluder, προφασιστιν-ός, ἡ, OV; διαδυτιχ-ός, ἡ, OV.
Évasion, n. f., ᾿ληδδρασ ἧς, εως (ὃ).
Évêché, n. m. 1 Diocèse, dignité d'un évêque, ἐπισχοπ-ή͵ ἧς (ἡ). || ? Palais épiscopal, ἐπισχοπεῖ-ον, ον (τό).
Éveil, ἢ. m., avis donné, μήνυσ-ις, εως (ἡ).
Donner l'éveil, unvo-euv, μηνύτω, fut. pnνύσ- ω. 800.
Éveiller, v.tr. 1 Tirer du sommeil, ἐξυπνίζ-ειν, ἐξυπνίζ- τω, fut. ἐξυπνίσ-ω, acc. : ἐγείρ-ειν, ἐγείρ-ω, fut. ἐγερ-ῶ, acc. || 2 Stimuler, ἐγείρ- ειν. [| 3 Faire naître, ἐμδάλλεἰν, ἐμδάλλ- w, fut. ἐμύαλ-ῶ, acc.; . ἐμποι-εἴν, ἔμποι -ἔω, à, fut, ἐμποιήσ - w , acc.
s'EÆveiller, V. Pr., ἐγείρ-εσθαι, ἐγείρ- ομαι,
fut. ἐγερθήσ -ομαι. — Éveillé, ée, part.
passé et adj. 1 Gai, vif, εὔθυμεος, ος, ον; φαιδρ-ός, &, Ov (comp. φαιδρ-ότερος, Sup.
φὰιδρ-ότατος). || 2 Avisé, ξυνετ-ός, ἡ, 6v.