FIN
rituel, ὀξ-ούς, εἴα, 0 (comp. ὀξ-ύτερος, sup. ὀξ-ύτατος):; ἀστεῖτος, ος OÙ α, ον (Comp.
ἀστει-ότερος, SUP. ἀοτει-ὁτατος). [1 Ruse, δόλι-ος, α, ον; δολερ-ός, ά, όν; πανοῦργ-ος, 06, Ov (COMP. πανονργ-ότερος, SUP. πανουργότατος).
Εἴη, ἢ. m., le point délicat d’une affaire, le secret d'un art, äxp-ov, ou (τό) ; χεφαλαΐ-ον, ou (τό).
Final, 416, adj., τελευταῖ-ος, α, ον; ὕστατος, γον; ἔσχατ-ος, ἡ, ον. Finale, n. f., la syllabe qui termine un mot, λήγουσ-α, Ὡς (ἡ). Sous-ent. συλλαδή.
Finale, n. m., terme de musique, ἐπῴδι-ον, ον (τό).
Finalement, aûv., τέλος, ἐς τελευτήν.
Finance, n. f. 1 Argent comptant, παρ-ὸν, (de πάρειμι) ἀργύρι-ον, ou (τό). Les deux mots se déclinent. || 2 Au plur. Etat de la fortune, χρήματ-α, ων (τά). || 3 Revenus de l’État, δημέσι-α χρήματ-α, ων (τά).
Les deux mots se ἀὐο! Πρ}; τῆς πόλεως πρόςοὗ-οι, ων (ai).
Financer, v. tr., fournir de l’argent, χρήματα παρέχ-ειν, παρέχ-ω, fut. παρέξ-υ.
Financier, ἢ. m. | Homme de finance, ταμί-ας, ou (6). || 2 Celui qui entend bien les affaires de finance, τὰ περὶ τὰς mpocόδους εὖ εἰδ-ώς, 6705 (6). || 3 Homme ovmulent, εὐχρήματ-ος, ος; ον.
Financier, ère, adj., qui a rapport aux
hote χρηματιστιχ-ός, À, Ov.
inasser, v.intr., faire le finaud, πανουργ-
εἶν, πανουργ-έω, ©, fut. πανουργήσ-ω.
Finasserie, n.f., mauvaise ruse, πανούργημεα, πανουργήματ-ος (τό).
Finasseur, euse, ou Finaud, aude, adj., fourbe, ravougy-0s, oc, ον.
Finement, adv., λεπτῶς, ἀστείως.
Finesse, n.f. | Qualité de ce qui est mince, délié, λεπτότης, λεπτότητ-ος (ἡ) ; λεπτουργίa, ας (ñ). || 2 Subtilité des sens, ὀξύτης, ὀξύτητ-ος (à). || 3 Subtilité d'esprit, ἀγχίνουa, ἂς (ἡ). \ 4 Délicatesse dans les œuvres d'esprit, ἀστειότης, ἀστειότητ-ος (ἣ) ; ἀστεῖσμ-ός, où (ὁ). | ὃ Ruse, supercherie, δόλ-ος, ον (ὁ); παράχρουσ-ις, εως (ὃ).
Finette, n. f., étoffe laineuse, μαλλωτ-ὸν
Finir, v.tr. 1 Achever, terminer, àrote)-eiv, ἀποτελ-έω, &, fut. ἀποτελέστω, acC.; τελευτ-ᾶν, τελευττ-άω, ὥ, fut. τελευτήστ-ω, acc. | 2 Mettre fin à, καταπαύ-ειν, xataπαύ-ω, fut. χαταπαύσ-ω, acc. || ὃ Etre le terme d’une chose, τελευτ-ᾶν, τελευτ-άω, &, fut. τελευτήσ-ω, acc. || 4 Exécuter avec soin, ἀποτελει-οῦν, ἀποτελειτόω, ὥ, fut.
ἀποτελειώσ-ω, 800.: ἐξεργάζ-εσθαι, ἐξεργάζομαι, fut. ἐξεργάσ-ομαι, acc. || Verbe intr.
1 Se terminer, τελευτ-ᾷν, teleut-dw, ©, fut. τελευτήσ-ω: τέλος λαμόάν-ειν, λαμθάν-ω, fut. λήψτ-ομαι. || 2 Avoir une certaine issue, ἀπούαίν-ειν, ἀποθαίν-ω, fut.
ἀποθήσ-ομαι. || 3 Mourir, ἀποθνήσχο-ειν,,
. &s, Vi, 6. ||