PRINCIPAUX VERBES IRRÉGULIERS
᾿Αγείρευν, ἀγείρ-ω, fut. &yep-&, aor. ἤγειρ-α, parf. ee ou ἀγήγερχ-α. Verbal, &yepté-ov.
᾿Αγνύναι, ἄγνυμι où ἀγνύ-ω, imp. ἐάγν-υν Ou ἐάγνυ-ον, fut. ἄξτω, aor. ἔαξ-α, parf. 2 ἔαγ-α. Verbal, äxté-ov.
"Ayeuv, ἄγ w, fut. ἄξτω, aor. 2 fyay-ov, parf. ἀγήογοα. Verbal, ἀχτέ-ον, usité seulement dans les composés.
Αἱρεῦν, aip-éw, ὦ, fut. aipño-w, aor. 2 εἶλ-ον, parf. ἥρηχ-α. Au passif : fut. aipeθήστομαι, aor. fpé6-nv, parf. fpn-uat. Verbal, œipeté-ov.
Αἰσθάνεσθαυ, αἰσθάν-ομαι, fut. αἰσθήσ- Nu: aor. 2 ἠσθ-όμην, parf. ἤσθη - μαι.
erbal, αἰσθητέ-ον.
᾿ἈΑᾺ χούευν, ἀχού-ω, fut. ἀχούσ-ομαι, parf.
ἤχουσ-α, parf. 2 ἀκήχο-α. Au passif : fut. ἀχουσθήσ-ομαι, aor. ἠχούσθ-ην, parf. ἤχουσ-μαι.
Verbal, ἀχουστέ-ον.
᾿Αλᾶσθαιυ, ἀλ-άομαι, ὥμαι, fut. ἀλήσ-ομαι, parf. ἀλάλη-μαι.
᾿Αλείφευν, ἀλείφ-ω, fut. ἀλείψ-ω,, aor.
ἤλειψ-α, parf. ἀλήλιφ-α. Au passif : fut. ἀλει- Vos aor. ἠλείφθ-ην, parf. ἀλήλιμεμαι.
erbal, ἀλειπτέ-ον.
᾿Αλεῦν, ἀλ-έω, ©, fut. ἀλέσ-ω, δον. ἤλεσ-α, parf. ἀλήλεχ-α. Verbal, ἀλεστέ-ον.
Αλίσχεσθαι, ἁλίσχεομαι, fut. ἁλώσ-ομαι, aor. ? ἥλ-ων Ou ἑάλτων, parf. ἥλωχ-α ou ἑάλωχ-α.
Ἅλλεσθαυ, ἄλλ-ομαι, fut. ἁλ-οῦμαι, aor.
ἡλάμην. Verbal, ἁλτέ-ον.
Ἁμαρτάνευν, ἁμαρτάν-ω, fut. ἁμαρτήσ-
μαι, 80. 2 ἥμαρτ-ον, pari. ἡμάρτηκ-α.
erbal, ἁμαρτητέτ-ον.
᾿Αναλίσκευν, ἀναλίσχ-ω, fut. ἀναλώσ-ω,
80}. ἀνήλωσ-α, parf. ἀνήλωχ-α. Verbal, ἀνα-
᾿Ανδάνευν, ἁνδάν-ω, imp. ἑάνδαν-ον, fut.
ἁδήσ-τω, aor. 2 ἕαδ-ον
᾿Ανέχεσθαι, ἀνέχ-ομαι, imp. ἀνειχ-όμην uu ἠνειχ-όμην, fut. ἀνέξ-ομοι ou ἀνασχήστ-ομαι, 801}. ἀνεσχ-όμην OU ἠνεσχ-όμην, parf. ἀνέἔσχη-μαι. Verbal, ἀνασχετέ-ον.
᾿Ανιέναι, ἀνίημι, fut. ἀνήσ-ω, aor. ἀνῆχ-α, parf. ἀνεῖχ-α. Au passif : fut. ἀνεθήστ-ομαι, aor. ἀνείθ-ν, parf. ἀνεῖ - μαι. Verbal, ἀνετέ-ον.
AVOLYEUV, àvoly-w, imp. ἀνέῳγ-ον ou ἤνοιγ-τον, fut. ävoié-w, aor. ἀνέῳξ-α où ἤνοιξ-α,, parf. ἀνέῳχ-α. Au passif : fut. ἀνοιχθήσ-ομαι, aor. ἀνεῴχθ-ην, parf. ἀνέῳγ-μαι- Verbal, ἀνοιχτέ-ον.
᾿Ανορθοῦν, ἀνορθ-όω, &, fut. ἀνορθώσ-ω, 80. ἀνώρθωσ-α Où ἠνώρθωσ-α, ρᾶτῇ, ἀνώρθωχ-ἃα ou ἠνώρθωχ-α.
᾿Ὰ παγορεύειν, ἀπαγορεύ-ω, fut. ἀπαγορεύ-σω ou ἀπερ-ῶ, aor. | ἀπηγόρευσ-α, aor. 2 ἀπεῖπ-ον, parf. ἀπείρηχ-α. Verbal, ἀπαγορευτέ-ον.
᾿ᾺΑ πεχθάνεσθαυ, ἀπεχθάν-ομαι, fut. ἀπ-ἐεχθήσ-ομαι, aor. ἀπηχθ-όμην, parf. ἀπήχθημαι.
᾿Αποχρῆναυ, ἀπόχρη, imp. ἀπέχρη, fut.
ἀποχρήσει, AOT. ἀπέχρησε.
᾿Αραρίσκχ-ευν, ἀραρίσχ-ω, IMp. ἀράρισχ-ον, fut. ἄρσ-ω, aor. 1 ἦρσ-α ou ἄρσ-α, aor. ὃ ἄραρ-ον Où ἤραρ-ον, parf. ἄρηρ-α ou ἄραρ-α.
᾿Αρέσκχευν, ἀρέσχ-, fut. ἀρέστω, aor.
ἤρεσ-α, parf. ἤρεχτα où ἀρήρεχ-α. Verbal, ἀρεστέ-ον.
᾿Αροῦν, ἀρ-όω, ὥ, fut. ἀρόσ-ω, aor. ἤροσ-α, parf. ἀρήροχ-α.
Ἁρπάζευν, ἁρπάζεοω, fut. ἁρπάσ- ou &o- RAË-W , 80}. ἥρπασ-α OU ἥρπαξ-α,, parf. ἥρπαχ-α. Au passif : fut. ἁρπασθήσ-ομαι ou ἁρπαγήσ-ομαι, a0r. ἡρπάσθ-ην OÙ ἡρπάγ-ην, parf. ἥρπασ-μαι. Verbal, ἁρπακχτέ-ον et ἃρπαστέ-ον.
᾿Αφιχνεῖσθαυ, ἀφιχν-έομαι, οὔμαι, fut.
ἀφίξ-ομαι, 80}. 2 ἀφικ-όμην, parf. ἀφῖγ-μαι.
Verbal, ἀφικχτέ-ον.
Α ὐξάνευν,. αὐξάν-ω, fut. αὐξήσ- ὦ, aor.
ηὔξησ-α, parf. ηὔξηχκ-α. Verbal, αὐξητέ-ον.