Εἴωθα. j'ai coutume (de l'inusité ἔθω
Inv. Parf. εἴωθα. INF. εἰωθέναι. ParT. εἰωθώς, accoutumé, habiluel. P.-q.-p. εἰώθειν.
287. Ἔοικα, je ressemble, j'ai l'air de. (de l'inusité εἴχω).
Ixo. Parf. ἔοικα... P.-q.-p. ἑἐῴχη δ. ἐοΐχω Ι. εἰχένα!: Ρ. εἰχώς 9° p. ἐοίχασι(ν) OU ἐῴχειν OU Éo!xEvat OÙ ἐοιχώς ou εἴξασ!:(ν) (ἤχειν) 0. ἐοέχοιμι 288. Δέδοικα (δέδια), je crains (pf. 1 οἱ pf. 2 de δείδω, poél.) Inn. Parfuil δέδοιχ-α, τας, -e, δέδι- uev, -ze, τασ' (δέδιτα. -us, -2 δεδοίχατυ εν. -TE, -σι Pl.-g.-p. ἐδεδοίχ-η, τῆς. -21 ἐδεδίει-μεν, ττε, ἐδέδισαν δεδίτεο ι OU ἐδεδοίχεσαν Ἱἱμρέπ. δέδ 64, ττω. SUBJ. δεδίω Opr. δεδιξίην νειν. δεδιένα!: (δεδοιχέναι). PanT. δεδιτώς, -υἷα, -05 (δεδοιχώ ς)