‹ L'Achilléïde byzantineChapitre 28 sur 41 · OT APS · texte numérisé non relu

OT APS

tes 17 re Ψ ἢ ᾿ L ᾿ ΝΑ Στ ΣΝ ΜΠ ni ες " ὦ.

L’ACHILLÉÏDE BYZANTINE:

\ Las

de

τὰ 7 F4 7 TOUS τριάντα ἐσκότωσεν ὡς Yep τὰ περδίκια.

καὶ ὁ ᾿Αχμλλεὺφ, ἐστέκετον καὶ οἱ δώδεκά τοῦ ἀγῶροι' καὶ πρὸς ἐκείνουν λέγουσιν" ., Δέσποτα, ἂς FA DORE μὴ πέσουν τὰ φουσσάτα σου καὶ λάβῃς ἀτιμίαν." 7 - 7 1 - - ὅταν ταῦτα ἐλέγασιν ἐκεῖνοι πρὸς ἐκεῖνον, | ? - 3 / | ἐκεῖνοι ἐπεχωρίσθησαν οἱ ἀδελφοὶ οἱ πέντε.

2 "4 / , ᾿Αχιλλεὺς ἐγέλασεν, λέγει πρὸς τοὺς &yoUpous' ἐξ τοὺς πέντε σοβαρούς: dox’ ὅτι νάνιν ἄνδρες, ἴ 29 w°. 7 - / 7 / ἐπῆγαν στοὺς τριάκοντα καὶ κατεσφάξασίν τους" οἷν. ἧς τ τα / - a, SPAS RÉ \ / ἀλλ᾽ ὅμως πάγω εἰς αὐτοὺς ἵνα τοὺς δικιμάσω. : ΝΟΥ͂, ἀμ. # 2 / € déd οῃ Ἂς / τῇ καὶ ἐσεῖς ἀντάμα, οἱ δώδεκα, χυϑῆτε στὸ φουσσάτον. ᾿ Ν ΕΝ 9 RSA \ N 2 ὃ / \ τ ῳ Ν 2 7 καὶ ἃς Topo εγὼ τὲς ἀνδρείες σᾶς καὶ ἐσεῖς τὴν ἔδικήν μου. ϑαρρῶ τινὰς ἀπ’ αὐτουνοὺς νὰ μὴ μᾶς ἔγλυτώσγν. " ? 7 καὶ γλήγορα ἐκέντησεν τὸν Θαυμαστὸν τὸν μοῦντον Στ tek 5 RE RRET : Re σι καὶ ὡς ἀστραπὴ ἐπήδησεν, ἐφώναξεν μεγάλα" Ν « / \ Z 2/ / καὶ ὡς λέοντας τὰ μάτια τοῦ ἤνοιξε ϑυμωμένος.

͵ ἢ >. “9 Ὁ se ὯΝ τὸν ἕναν ἔδωκε σπαϑεὰν | ἀπάνω στὸ κασσίδιν ἔθ ες : ζ΄, 2 "4 / 7 καὶ μέσα τὸν ἐμοίρασεν ἀπάνω ἕως κάτω; ; er / »/ \ )/ / τὸ ἀπελατίκιν ἔσυρε, Toy ἄλλον deurepoves, :

καὶ κάτω στὴν γῆν ἔπεσεν νεκρὸς ἀπεσαμένο; | ΠΌΡΟΝ τὸν τρίτον φεύγων ἔσωσε, κρούει; τὸν κονταρέαν., | \ \ \ \ 2/ \ 7 (9 7 μὲ To ᾧΦαρὶν Toy ἔρριξε καὶ dE οἱ δύο:

καὶ ἐκέντησεν τὸν μαῦρον TOU καὶ ἦμπεν εἷς vi μέσην. καὶ δῶ καὶ κεῖσεν ExomTey καὶ διάβαινεν συντόμως. \ \ \ \ / 2/ γ) / καὶ διὰ νὰ μηδὲν φεύγουσιν ἤμπαινεν ἔμπροσϑέν τους. / 2 / ] καὶ οἱ δώδεκα ἐκόπτασιν μέσα | εἰς τὸ φουσσάτον.: [80 v°. 5

\ \ \ 2/ 2/ ΝΥ ἢ "se V4 καὶ μὲ τὴν ἄλλην ἔσμιξεν καὶ ἐκατέκοβγέν τους" “4 ὡσὰν γὰ κόπτῃ ὁ ϑεριαστὴς καλὸν παχὺν σιτάριν, ἔτσε τοὺς ἑκατέκοφτεν καὶ χορτασιὰν οὐκ εἶχεν. 2 > 297 ΠΡ c - Ν δὲ ἐδύ Ν / à ἀλλ᾽ ἀπεστάϑην ὁ μαῦρος τοῦ καὶ δὲν EOUVETOY νὰ τρέχῃ - / 2 Ζ΄Ζ { κράτει THOUTAPIV στρογγυλόν, βαρὺν ἀπελάτικιν. πεζὸς τοὺς ἐκατέφτανεν καὶ κατεσκότωνέν TOUS, ΞΆ Ἀν à 4 \ 7 / c/ / a “τῷ ] καὶ ὅταν Toùs ἐφαίνετον ὅτι διώχει ὀπίσω, τότες ἐμπρὸς εὑρίσκετον καὶ ἤστεφέν τοὺς ὀπίσω" ͵΄ , CY ͵΄ À d καὶ εἰς ἀτυχίαν ἐπέσασιν, οὐκ εἶχεν τί νὰ κάμουν. | f 31 1°. 9 M Ν 7 2 - εὐ φόνους Ν ".

οὐδὲ νὰ φύγουν ἐμποροῦν, οὐδὲ νὰ πολεμίζουν' ΄ / 2/ στὴν ὥραν πάλι EUPITXETOY πετόμενος στὴν ἄκραν" 2 4 καὶ ἐπλήθυνεν ὁ ποταμὸς τῆς αἱματοχυσίας,

L’ACHILLÉÏDE BYZANTINE. 103

χλήγορα ῥίξαν τ᾽ ἄρματα πέφτουσι, προσκυνοῦν Toy’

ἀπέσω Toy ἀπέκλεισεν | εἰς τὸ ἐδικόν του κάστρον. [5] v°.

᾽ » / »/ 2 / Ν / ἔξῳ τῆς πόρτας ἤστρεψεν., ἐστάϑην καὶ προσκύναν' ? / Ν 6 A 2/ 2/ 2 | ἐπέζεψαν καὶ οἱ δώδεκα. ἔλυσαν τἄρματά Tous \ / ANA 7 \ \ \ # 465 νὰ πάρουσιν ἀνάπαυσιν ἔκ τὸν πολὺν τὸν κόπον" 2 Ζ΄ γερούτσικον ἐφέρασιν,. τὰ χέρια τοὺς νὰ νίψῃ. 2/ Cr à μ / \ 7 \ mn / ἔτσε ὡσὰν ἐστοχάζασι τὴν ui τοῦ K&TTpoU, γυναῖκες ἐπαρέκυψαν νὰ δοῦν τὸν ἀγουρίτσιν.

στὴν μέση Tous ἐστέκετον M ἔμορφη ἐκείνη, 4710 y εὐγενικὴ καὶ ὡραιοτικὴ τοῦ βασιλεὼς ἡ κόρη \ [44 7 7 . ) \ 7 τὴν ὕστερα ἐκέρδισεν ὁ Αχιλλεὺς EREIVOS" : € / γὰ τὴν ἰδῇ ὁ ᾿Αχιλλεὺς λυγοσυμιὰ τὸν ἐπιάσεν. \ > 7 \ ΑΔ, VE IN \ c/ a 3.8 Davy | οὐκ εἶχεν νὰ μιλῇ ἀνὰ πολὺ τῆς ὥρας. f 32 r°. \ / 2 / \ Cod Ζ καὶ πάλιν ἐσυνέφερεν. τὸν γοῦν τοῦ συνετρώσην᾽" 475 οὐκ εἶπεν τ’ εἶδεν, τί ἔπαϑεν., οὐδὲ ἐσύντυχέν τους. ᾿ ΓΑ τ \ Ζ c / / 7 ἐπῆραν Toy καὶ στράφησαν οἱ δώδεκά τοὺ ἀγοῦροι, ? - . / ἐδῶκαν τὰ παιχνίδια τοὺς κοντὰ εἰς τὸ καστέλλιν" % + ἤβγασιν καὶ πάντηξαν Toy ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες, “ \ 2 LÉ TN \ 7 OÀO! TOY ἐπαινέσάσιν ŒUTOY TOY Pauee 480 »» Ἐδε στρατιώτης, βασιλεύς, γικητὴς δυνατός TE” καὶ AT Ey εἰς τὸ κάστρον τοῦ μετὰ τιμῆς μεγάλης ὅλος ὁ κόσμος ἐθαύμασεν τὸ κάλλος TOU τὸ εἶχεν. Ν \ \ \ 9 2 à γ τα -- 29 ο καὶ τὸ κορμὶν τὸ | θαυμαστόν, τὴν ἐρωτοηλικίαν f 32 v°. \ 7 \ Ὁ ΄ 7 ZE ER \ a 5 καὶ εἰς τὴν ἀντρείαν του ἐχαίρουνταν πολλοὶ νὰ μὲν φοβοῦνται ee = \ 4 Ν Ν - 7 7΄ 485 παρακαλοῦν. καὶ λέγουν Toy γὰ μὲν στραφῇ οπίσω. Ἢν dE τῆς κόρης ἡ αὐλὴ τοῦ βασιλεὼς ἐκείνου" " / # / / ἔχει δένδρα μύρια περιβόλιν γεμάτον.

\ - - Ν - A “i \ - - 400 καὶ ποῖος νοῦς νὰ δυναστῇ καθάρια νὰ τὸ εἰπῇ: ἔχει καὶ βρύσιν ἐρωτικήν. τὸ περιβόλιν ποτίζει. τὰ δένδρα δὲ κἀὶ τὰ φυτὰ ἔβρεχεν ἡ φλισκίνα τῆς δὲ φλισκίνας τἄσπρα τῆς τίς γὰ τὰ ζωγραφίσῃ;: | {88 .5. / 3 / λιϑάριν ἦτον EuopDor, βαϑεῖα ἐζωσμένον' L 7 406 καὶ γύρου τῆς ἐστέκασιν λέοντες dE καὶ πάρδοι, lé pe ὅλα Addpia ὑπέρλαμπρα εἰς βάϑος ἐζωσμένα:

ἐπάνω πάνω ἔστεκεν τὸ vepoy τῆς φΦλισκίνας

FO4 =" L’ACHILLÉÏDE BYZANTINE..

“- , / A9Sa καὶ ἄλλο ἀπὸ τὰ αὐτιά τής.

)/ FETE \ » NA Ἴ - ἄλλο ἀπὲ τὸ στῆϑος τῆς καὶ ἄλλο ἐκ τῆς κεφαλῆς τῆς. 500 ἧσαν καὶ πολλαὶ λογιὲς πουλιά, καὶ ἐκιλαδοῦσαν 2/ “ἢ, \ € / ÉHepRe Μαΐου τὲς HILÈPES | ὅταν τἀδόνια κιλαδοῦν καὶ τὰ πουλιὰ Φωνάζουν, ὅταν τὰ δέντρα κάμνουσιν ἀνϑούς, καὶ χαί Fr τὰ πάντα. | f 33: V' ὅταν τὸ μέγαν EuopDor καὶ χαριτωμένον yAuxddw, τὸ εἶχεν ὁ παράδεισος ἐκεῖνος ὁ μυριοχαριτωμένος. καὶ ἀπὲ τὸν πόσον τὸν πολὺν τὸν εἶχεν ὁ πατήρ 'τη. à Σ ἔκαμεν χρουσὸν δέντρον στὴν μέσην τοῦ περιβολίου. καὶ ὅταν τὸ ἔκρουεν ὁ ἄνεμος EmopDæ ἐτραγούδειεν᾽ », NN. δὰ Ζ « Ν / y / ἔκαμεν καὶ ἕναν κρεββάτι μετὰ λιϑάρια ἐζωσμένον, 7 / / 3 \ Ν αἴ - ΖΧῶΣ 510 ἐστέκαν τέσσαρεις ἀετοὶ στὰ πόδια τοῦ κρεββάτου καὶ vues ὅτι τὸν κράββατον ϑέλουσιν νὰ ἁρπάξουν" \ στὴν μέσην των ἔστεκεν τὸ μεσημέριν M κόρη, ἐκείνη δὲ ἡ ἔμορφη ἡ ἐξεχωρισμένης | f 34 r°. 2/ \ à \ 2/ \ / ἔκαμεν δὲ καὶ λουτρὸν EuopDoy καὶ ϑαυμαστόν τε’ “ \ / \ - ς \ € / D15 ὅταν γὰ σέλῃ νὰ λουστῇ ἡ ϑαυμαστὴ ἡὶ κόρη,

΄ γ7 ς - Ν ἔν \ Le \ à / τίς Eva ὁποῦ νὰ δυναστῇ νὰ εἰπῇ καὶ νὰ γράψῃ; ὁ λογισμὸς τρομάσσει το, τὰ χέρια καὶ ἡ γλῶσσα, Ν - \ “ \ \ -» Qt Ft PME τὸ πῶς νὰ pan τὰ καλὰ τοῦ λούτροῦ ἐκείνου.

/ / πορφυροχρουσομάρμαρον ἔκαμεν στὴν τρούλλην / - / / 520 μετὰ σαμφείροι καὶ σαρδοῦ καὶ EuopŸous ἀσμαράγδους" Ν \ \ € £ \ 2 - \ \ ? »

τὰ πλευρὰ καὶ ἡ σύνϑεσις δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ ἐπαινέσω, “ Ν ? / \ 7 / / ὅταν τὸ ἐκυβέρνησεν καὶ ἐξετέλεψέν To, \ 7 3 ΄ Ν \ / τὸ καμίνιν ξκαίγασιν μὲ τοὺς ξυλαλάδες.

καὶ τὸ ϑερμὸν ῥοδόσταμμαν καὶ λούετον ἡ κόρη. f 34 v°. Ξ 5\ 3/ NE" / > 2 NME: ñ 525 ἂν ἔναιν καὶ ῥᾳσύμησεν ÉTeŸTey εἰς τὰ ἄνθη.

a Ὁ - € m7 / \ \ ς / καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ ἐκατέβαζεν τὸ Sepuby ῥοδόσταμμαν, - 5 / ζῶον ἦτον JAUMATTÔY, ὡς ἄνθρωπος παραμοιάζει" ὟΝ Ν Ts )/ ο =” ER et 23 ͵΄ β΄.

590 apè εἰς ἐκεῖνα τὰ πρώγματα. τὰ ϑαυμαστὰ ἐκεῖνα; ΧΆΟΣ ES d'inertie fe \ ΟΥ̓ A7, EX » M ci 2 / 2/ νὰ εἶπες καϑολικὰ ὅτι οὐδὲν εἶναι ἀνθ᾽ιρώπου ἔργα, > M 7 Ν ? / 9 #\ € \ T4 οὐδὲ χέρια τὰ ἐκάμασιν ὀξὸν ὁ ϑεὸς μόνος.

FAR / 147 ς / En: - Ν Ν / ; αὐτὰ τώρα ἐφῆκεν τὰ ἡ χέρα ou καὶ ὁ νοῦς μου νὰ τὰ γράφω, Ν \ ? \ / \ À \ “ € - / LR | καὶ εἰς τὴν κόρην τὴν τερπνὴν ὅλος ὁ νοῦς μου στράφην. | ἴ 35 τ᾿. - » Χ ES / ς - , 7 ϑῦ οὐδὲ καθόλου δύνεται ὃ γοῦς μου νὰ συντύχῃ, » 2 - C \ Ν ων \ * d οὐκ ἐμπορεῖ ὁ λογισμὸς νὰ ξηγηϑῇ τὴν κόρην, c » £ ἀλλ᾽ ὅσα γράψω δὲ αὐτὴν πάλιν νὰ μὲ vxyoy φεγγάριν ἔναιν, ἐμοιάστη καὶ αὐτὸν τὸν ᾿ΑΦροδίτην γγάρ » ἐμοιάστη » ροδίτην.

καὶ μίαν πλεμένη χαμηλὰ καὶ φράγκικα ζωσμένη, ἐφόραινεν | καὶ στέφανον μὲ ἀτίμητα λιδάρια' f35 v ἀλλότες πάλιν. ἐπλέκασιν οἱ ὄρωτες τὰ GVTY

τὰ μαλλιά τῆς ἐκαίγασιν ἀπὸ ὑψηλῆς ϑεωρίας, LT

pa) /

V4 Li 2 Va \ γ7 - / ποτέ τῆς δὲν ἐγνώριζεν τὸν ἔρωταν πῶς σφάζει, As MR À € *) ἃς 2/ ες δέ ἂ ἀμὲ τον ὡς παράδεισος μὲ τἄμορφα τὰ dévopa.

» Epay μου. καὶ τί σἔέκαμα καὶ τί κακὸν σὲ Toixa, καὶ τὴν καρδιάν μου σύρριζην ἐξανασπᾷς καὶ παίρνεις: ἐμὲν σπαθιὰ οὐκ ἐντρέψασιν, κοντάρια οὐδὲ καθόλου. καὶ ἀπὸ μόνον καὶ εἶδα σε ἐντρόπιασές με τόσα.

L'ACHILLÉÏIDE BYZANTINE.

RTE ME, ἄγαπη; τρίδουλον, στέκω στο “έλημά σου

\ ce ; \ σέ #9 LAN / o καὶ ἂν εἶμαι εἰς τὸ σέλημαν καὶ εἰς | τὸν ὁρισμόν σου 1 37 v°. διατί νἀρρωστῶ καὶ νὰ πονῶ καὶ νὰ χολιῶ τόσον: | 5 - τ 7 ἀρνοῦμαι καὶ τὴν δόξαν μου καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους,

΄ / / καὶ τὸ κορμί μου δίδω To εἰς τὰ δικά cou χέρια, 2/ Pre ον c/ / \ Ἃ Ν / »

εἴτι QÉAEIS ὅρισε. κυρά μου, καὶ ἂς μὲ κάμουν. CLIN \ Ὅν c/ 2 Re 2/ À / / σῶν τὰ EITAY OX ŒUT&, ἔκλαψεν καὶ “γρήνησεν μεγάλα,

/ 4 / πίανει μὲ τὰ χέρια τοῦ RARE καὶ καλαμάριν.

πρὸς ἐκείνην ἔγραψεν πιττάκιν Φλογισμένον' τὰ λόγια του τοῦ πιττακιοῦ ἦσαν οἱ Da ἐτοῦτοι"

CNE RTS PR

οΧαρτὶν σὲ γράφω ἐρωτικόν, πιττάκιν ἀπὸ πόνου, ἴ 88 r°. καὶ δέξου To στὰ χέρια σου. μὴ τὸ περηφανέσῃς:

LE » ἡ ἀγάπη σου μὲ μάρανεν, τὸ βλέμμαν σου μὲ πῆρεν. : ᾽ ᾿Ξ: τῷ καὶ δουλευτήν σου μἔκαμες καὶ δοῦλον τῆς ἀγάπης" - γ᾿ , παρακαλῶ σε. ὡραιοτική, μυριοχάριτωμένη.

\ 2/ \ \ mn \ / - 2 / τὸν ἔρωταν διὰ νὰ δεχϑῆῇς στὴν μέσην τῆς ἀγάπης / ἃς 2 πὸ \ 7 Ἂς 5 κασόλου μὴ ἀλαζονευτῇς καὶ μένα νὰ σκοτώσηῃς. / ; ἀλλὰ ἀποδέξου τὸ γλυκεὰ καὶ μάϑε | τὰ λυποῦμαι: ἴ 38 w°. / καὶ τὴν ψυχήν μου dpéciée, πολλά ᾽ναι φλογισμένη. / / / τὰ πάσχω καθημερινὸν δ ἐδικήν σου ἀγάπην' ΤΣ Ἵ 7 ξὰν εἶσαι ἀμάθϑητη εἰς ἔρωταν καὶ ἀγάπην.

LAS \ / \ \ \ / \ 7 ἔγὼ γὰ σύρω τὸ σπαϑὶν νὰ σφάξω τὸ κορμί μου. νὰ σκίσω τὴν καρδία μου, μέσα νὰ τὴν χωρίσω." ς / / / / ἘΠ / ἡ Χόρη τότε δέκτηκεν σιττακιν Αχιμλλέως.

καϑόλου δὲν ἐθέλησεν νὰ κύψῃ εἰς τὸν πόϑον, à ἀλλὰ καϑίζει,. γράφει Toy ἄλλην γραφὴν εκείνη, , Ἄν; \ / ; \ / \.9 / οΝἈΚύρις pou, τὸ πιττάκιν σου εἰς τὰ χέρια μου τὸ ἐπιάσα, f 89 τ᾿. καὶ οὐκ οἶδα τί ἔναι τὸ πονεῖς, καὶ οὐκ οἶδα τί σὲ κόφτει" | 2 \ / ge La \ ΄ € \ / ξὰν σὲ δέρνουν οἱ ἔρωτες καὶ κλαίεις ὡς διὰ πόϑον, \ - / πάλιν τοὺς παρακάλξσε καὶ νὰ σὲ συμπαϑήσουν' ἔγὼ γὰρ καὶ τοὺς ἔρωτες καθόλου δὲν φοβοῦμαι:

5 τ᾿ / , FT 3 cf / καὶ οὐκ οἶδα πόνον ἔρωτος. οὐκ οἶδα ἀγάπης πράμαν' \ λ΄ ΤᾺ - Ν \ PU \ / X PA καὶ σὺ ἂν πονεῖς καὶ δὲν δύνεσαι τοὺς πόνους νὰ βαστάξῃς.

Après 593, en rouge: πιττάκιν πρῶτον᾽ γραφὴ τοῦ ᾿Αχιλλέως εἰς τὴν κόρην. --- APN 611, en rouge: πρῶτον πιττάκιν τῆς κόρης εἰς τὸν AAAMEE

DIN / \ - ν΄ / Ν 7 »

à PL,

καὶ ἐδέκτηκεν | αὐτὸ μετὰ χαρᾶς μεγάλης [89 v°. / καὶ διάβασέν το ἔγλήγορα μετὰ πολλοῦ του πόϑου' 3 #. LL ἐγνώρισε τὰ γράμματα καὶ ἐνθ᾽υυμήση τὴν κόρην' \ Ἴ 2 \ 3 ΝᾺ ΄ Ζ , γοργὸν ἐνεκαφάλισεν καὶ εἰς τὴν κλίνην πέφτει. »»Θλίβομαι, κόρη εὐγενική, ὅτι πολλὰ καυκᾶσαι' nm \ Ζ΄ - 7 A Φοβοῦμαι μὴ σὲ δώσουσιν σαγίττες τῶν ἐρώτων \ τ ΄, 7 \ \ / / καὶ εὕρουσίν σε ἀλαζονικὴν καὶ κατασφάξουσί ce γ7 ) Ζ μα 7 β λ δε πον AVE Ἴ 7 / .

ἔπαρ᾽ με. κόρη. σύμβουλον καὶ κύψε εἰς ἀγάπην 2 FA : 7 V4 / 5/ , ἔγνώρισε Ex τὸ πιττάκιν μου τὴν ϑλίψιν μου τὴν ἔχω | f 40 r°. © - c - ΤῊ Ζ καὶ τῆς ψυχῆς τὸν πειρασμὸν πῶς εἶμαι μαραμένος. / de / Ζ οἱ ἔρωτες [LE ἐνίκησαν καὶ κατασφάξασίν με.

Ν ἊΝ / \ oi \ Ν / καὶ γὼ πάλιν τὸν "Ἔρωταν νὰ Toy παρακαλέσω

Ν 7 A à) DAT \ \ 7 "92 πέψῃ σον ΣῊ ΞΕ ETEV VO. QE χαταπληγωσῇ,

\ A9! \ \ δύ \ SN )/ NE »

νὰ μάσῃης καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἴσχυν τὴν ἔχουν. Le 2 / ἡ κόρη ὡς ἐδέκτηκεν τὸ δεύτερον πιττάκιν NE / ; ἊΝ Ἂ A ἐσυνεσλίβην τὴν ψυχὴν καὶ οὐκ εἶχε τί νὰ κάμῃ. / # » Æ καὶ πάλιν γράφει πρὸς αὐτὸν ἄλλην γραφὴν ἡ κόρη" ΄ γ 7 / DE NT σφάζεις μὲ τοὺς λόγους σου καὶ τί με φοβερίζεις: 1 40 v°. 7 γ7 Ζ ὅτῶν μὲ Dépouy οἱ ἔρωτες καὶ δώσουν μὲ εἰς ἀγάπην, 7 Ὁ» 2 7 τότε ἐγὼ κρίνω ἁτός μου νὰ σφάξω To κορμί μου, 7 2/ 7 γὰ μηδὲ πέσω εἰς ἔρωταν., μηδὲ ἔμπω εἰς ἀγάπην. 2 ὅν, ΚΝ τος γ7 ας τος 9 € / 7 5 ἀλλ᾽ ὅμως καὶ ἂν ἔμπω καὶ ἔλθη ἡ ψυχή μου εἰς πόσον, \ RS" / , πον 20. \ à Poe: ; τὸ τί νὰ κάμω οὐκ MMTOpO.vù μάσω τὴν [βουλήν σου , / ἔχω γὰρ κάστρον δυνατὸν καὶ κατασφαλισμένον, ἔχω γὰρ πόρτας σιδηρὰς καὶ κατασφαλισμένας" Ζ ᾽ / 7 / λέοντες μὲ βλέπουσιν καὶ οὐκ ἔχεις τί νὰ κάμῃς’ \ / / - Ê / ἂν dE ζητήσῃς, ἄγουρε, γυναῖκαν νὰ μὲ πάρῃς.

, , / οὐ μὴ ϑελήσῃ ὁ | πατέρας μου διὰ τὴν εὐγένειάν του." Ï 41 r°. ἐδέ (AM \ - Fe \ À ὃ ÉDÉATYREY ὁ ᾿Αχιλλεὺς τῆς κόρης τὸ πιττάκιν.

/ ,/ / \ / καὶ ἔκατσεν κἔγραψεν χαρτὶν καὶ ἔπεψεν εἰς τὴν κόρην" τ, 4 5 - AS μάϑω μόνον ϑέλημα τὸ ἐδικόν σου. κόρη.

" ΄ 4 καὶ ὡσὰν γνωρίσω ϑέλημαν καὶ ὅλην τὴν βουλήν σου. [4 72 2 Ν / 7 Ν Ν [d ει ὡς πέρδικαν ἐκ τὸ κλουβίν. ἔτσε νὰ σὲ ἁρπάξω., / k / νὰ μπήξω To κοντάρι μου στὸ κάστρον νὰ πηδήσω: / Α τὲς πόρτες σου τὲς σιδηρὲς λακτίαν νὰ τὲς δώσω; [4] v°.

2 Après 625, en rouge: δευτέρα γραφὴ τοῦ ᾿Αχιλλέως εἰς τὴν κόρην. — Après 633, en

Ως rouge: δευτέρα γραφὴ τῆς κόρης εἰς τὸν ᾿Αχιλλέα. Le: * |

Après 662, en rouge: ὁ ᾿Αχιλλεὺς παρακαλεῖ τὸν "Ερωταν. — 611. Après le mot ἔρωτα, ’ - ᾿ / - . “ " % Le: À en fin de page, écrit à l'encre rouge: τραγούδιν, mot qui serait à sa place après 676. à

L’ACHILLÉÏDE BYZANTINE. : D 27 \ \ / Ἅ Fa on ‘pe ᾿ πιστεύγω νὰ μηδὲν τολμήσουν ἐμπρός μου νὰ σταϑοῦσιν" 2 ν 3 / ἐγνώρισαν κἀὶ εἴδασι τί πόλεμον ἐποῖκα." καὶ τὸ πιττάκιν ἔπεψεν ἔγλήγορα στὴν κόρην.

τότε ἐμπρὸς στὸν "Ἑρωταν στέκει, παράκάλεῖ Toy’ HE AR x δοξά > sdb \ "5 4 » ρων μου, ποῦ εἶνιν τὰ δοξάρια σου καὶ ἡ δύναμις τὴν ἔχεις: - / παρακαλῶ σὲ γλήγορα νὰ. σώσῃς εἰς τὴν κόρην, \ / ? \ di \ / ri 2 / καὶ βάλε εἰς τὴν καρδίαν τῆς τὸν πόνον τῆς ἀγάπης, νὰ μὲν ἀλαζονεύεται διὰ τὸ πολύν τῆς κάλλος." | f 42 r°, \ 7 β΄, ἂς [φ 2/ ? =" “ / τὰ λόγια αὐτὰ ὡς ἔλεγεν ἐκεῖνος μετὰ πόσου.

/ / ἡ κόρη ἡ ὡραιοτικὴ ὥραν μεσημερίου A Δ ? 4 2 Ν Sr / στὸν ἥσκιον ἐπαραδιάβαζεν εἰς τὰ δεντρὰ ποκάτω" ἢ τριγύρου τῆς ἐστέκασιν οἱ βάγιές τῆς ὅλες, ὅλες καλὲς καὶ βγενικές, ὅλες ξεχωρισμένες" Ἄ ΟὟ / \ \ \ / ὀρίζει πιάσασιν χορὸν διὰ νὰ παραδιαβάσῃ" à % 7 \ \ 2 / / τὸ κίνημαν, To λύγισμαν καὶ τὸ ἀνάβλεμμάν τῆς 2/ \ \ 2/ \ / / ͵ ἔκαιεν καὶ τοὺς ἔρωτες καὶ κατεφλόγιζέν τους. καὶ ἡ ἀκαταδούλευτος, κἡὶ ἐξεχωρισμένη.

γλυκὺν τραγούδιν ἤρχισεν, Emopor, πανωραῖον' Σ Ζ γ7 ᾿ ΖΚ, 9. Ἐδε φλισκίνα καὶ νερὸν εἰς ἔρωταν | καὶ εἰς κάλλος, ἴ 42 ν", 2/ ΤΑ κἔδε παράδεισος καλὸς καὶ πόσου περιβόλιν' / καὶ τὸ λιβάδιν ἤνϑησεν τριαντάφυλλα τοῦ κήπου. NE 7 \ x \ δώ \ 7 Ἀ καὶ ῥόδα καὶ μυριστικὰ καὶ δάφνες καὶ μυρσίνες κἔδε πανώριον xEuopDoy καὶ πόθου περιβόλιν. “à Y / , / / \ \ / βούλεται χάτις ευγενικὸς. JÉAE γὰ τὸ τρυγήσῃ:. 2 ᾽ , \ / \ \ V. 4 7 / ἄλλ᾽ οὐ μὴ κλίνω xEDañy καὶ πέσω εἰς ἀγάπην.

» 7 "7 "7 ἀλλ᾽ οὐδὲ εἰς ἀγούρου ἀγκάλες νὰ ἔμπω:" ἔδε πόϑου περιβόλιν. οὐ μὴ δέσω τὰ χέρια μου. οὐ μὴ τὸν προσκυνήσω, , / ἀλλὰ ὡς EuopDoy φυτὸν νὰ στέκω καὶ νὰ ϑάλλω': ἔδε πόσου περιβόλιν." | [48 r°.

\ c/ \ 2 C4 \ / 4 Le :

καὶ ὅταν τὸ ἐξεφῆκεν τὸ τραγούδιν τοῦτο, c / » NES. ? # 3 Ν / ῥοδόσταμμαν ἐνίφτηκεν ἀπέσω ἐκ τὴν Φλισκίναν' LE / καὶ οἱ κόρες ἐχορεύασιν σὰν ἧσαν μαϑημένες. : 7 / ω / ἐκείνη ἔχωρίστηκεν παρέξω ἐκ τὲς κοπέλες.

καὶ πέφτει στὸ κρεββάτιν τής καὶ ϑώρειεν εἰς τὰ ἄνϑη᾽ F / / καὶ εἰς τὴν χρουσὴν τὴν πλάτανην εἶδεν ἕναν γεράκι, μέγαν, μουρτάτον, EmopDor, ὁλόκαλον, ὡραῖον' ΄ CA # καὶ γέρτην ἀκ τὴν κλίνην τῆς καὶ πάγει στὸ γεράκιν, ΣΕ / / ἐξήπλωσεν τὰ χέρια τῆς τάχατες νὰ τὸ πιάσῃ. . ᾿ ΄ ΝΣ καὶ ἐκεῖνο λέγει πρὸς αὐτὴν ἀνϑπιρωπινὴν λαλίτσα Î 44 V°. à Ne

ΟΠ L'ACHILLÉÏDE BYZANTINE. 109 ἷ Fa

3 - / 7 » ὃΝ ? Fe ἀμμὲ δὲν σὲ κατηγορῶ ὅτι ἀκόμη οὐδὲν ἐπειράστης. 2/ 2 / / \ / c Ὡς. 5) ἤξευρε, λέγω σέ, ξαϑή. τὲς χάριτες ἁποῦ ἔχεις. 3 % \ ἊΝ à \ \ 2/ “λλ τἀρωτικὰ καὶ τὰ γλυκειὰ καὶ τἄμορφα σου κάλλη, 2 Æ 2 τὸν κόσμον ὅλον ξγύρευσα τίς νὰ τἀποκερδέσῃ.

\ δὲ τ΄ 27 2 7 \ / c/ καὶ δὲν yUpx ἄλλον ἄγουρον εἰς TOY κόσμον ὅλον. 7 US \ »/ \ / ὃ 7 μόνον ἄυτὸν τὸν ὥγουρον τὸν λέγουν ᾿Α χιλλέῶν' / LA ἔχει | καὶ κάλλος ϑαυμαστόν, ἀνδρειὰν ἐξεχωρισμένην, À 44 τ". 3 \ δ 7 ND 7 \ "ἢ 7 ; En καὶ εἰς τὴν καρδιάν του ἐβάλασιν τὴν ἐδικήν σου ἐρωτοαγάπην, 7 / # καὶ καίεται ἡ καρδία του καὶ πάντα δαπανᾶται: 7 #3 / ? / καὶ νά. σαγίττας πλήρωμα καὶ νὰ τὸ εγγνωρίσῃς.; \ dé \ δῶ \ 27 X διὼ 2 / καὶ δόξεψεν καὶ δῶκεν τὴν. εἰς τὴν καρδιὰν ἀπέσω, ? / καὶ ἀπὲ τὰ δέντρα ἐπέτασεν κεχάϑην ἀπὸ μπρός της" 7 ΄ - - / καὶ ἐκείνη ὁποῦ ἐκαυχᾶτον γοργὸν ἔπεσεν εἰς ἀγάπην, καὶ τότε γνώρισεν γραφήν. δύναμιν τῶν ἐρώτων. ἔκλαψεν καὶ ἐστέναξεν καὶ γράφει εἰς ἐκεῖνον" | [44 v°. » Εχκάμεν ὁ "Ἔρως. κύρις μου. ϑέλημαν ἐδικό σου, Ζ καὶ μέναν ἐξεστράτισεν στὴν ἐδικήν σου ἀγάπην; \ Ca \ γὸ “ἢ 2 ὃ 7 Ἢ τὸν γοῦν μου τὸν ἀϑθούλωτον εκατεδούλευσές TOY, τὸν πύργον τῆς καρδίτσας μου. τὸν ὑψηλὸν καὶ μέγαν, τὸν ἐκαυκούμουν πάντοτε κανεὶς νὰ μὴ τὸν χαλάσῃ, Ἔρως σαΐτταν ἔσυρεν καὶ κατεχάλασέν τον'

+ MR / - RCA 7) \ / KO εἰς πόσον τῆς y GTS σου ἔφερεν TV: ψυχήν μου.

VS. ὦ » 2 - \ / F , / καὶ ἂν οὐκ ἐδῶ τὸ K&AAOS σοῦ. Κύρις μου. εὐγένικέ μου, V4 /: "4 # 7 / τώρα ποϑαίνω, χάνομαι. τώρα ψυχή μου ἐβγαΐνει: τ - / »" ἀρνοῦμαι καὶ | τὸ γένος μου καὶ τὰ καλὰ τὰ ἔχω [4 γ5. / x 2 καὶ τὸ κορμί μου δίδω To σήμερα εἰς ἐσένα, \ 2/ / / 2/ se? 4 2) καὶ εἴτι Θέλεις κάμε με. ἔχεις με ἐξουσίαν.

Après 716, en rouge: ἡ κόρη ἔγραψε πιττάκι εἰς τὸν ᾿Αχιλλ[έα]. — ἡδίω 131, en

rouge: ὅ ᾿Αχιλλεὺς συμβουλεύεται μὲ τοὺς δώδεκα.

110 ΟΠ L'ACHILLÉÏDE mie

τὴν συγατέρα του ἀγαπῶ. ϑέλω à ne Φιλήσω." \ τ FSEN ἌΜΜΟΝ δώδ De ΧΡ \ / καὶ εἰς TE TOUS OWOERX RSS καὶ το οὶ OX ἔλεγά, σε. δέσποτα, τοὺς ἔρωτας μὴ Ppioye: 140 τώρα νὰ γοιώσῃς τὴν δύναμιν τὴν ἔχουν.

ἀλλ᾽ ὅρισε καὶ ἂς ὑπάγωμεν καὶ εἴτι Θέλεις κάμε." ὁρίζει, ἐκαβαλλίκευσαν οἱ δώδεκα Dapia καὶ κείνου πάλιν ἔστρωσαν μαῦρον ὥσπερ ἐλαίαν. 7 / 3 7 ; ὃ ἀλλὰ καὶ ὁ ἥλιος ἐβασίλευσεν. ἡ ἡμέρα ἐβραδυάσεν. 745 οοἱ ἔρωτες ἐπέτουνταν | εἰς τῶν δενδρῶν τοὺς κλώνους, f 46 19. ἄνεμος ἡμερόῦτ NES ἔκρουσεν τὰ δέντρα, ἔτρεχεν τὸ νερούτσικον ἀπὲ τῶν δεντρῶν TÈS PICEc ἦσαν ὅλα χαμτωμένα καὶ χορτασμένα.

καὶ ἡ κόρη μέσα ἤστεκεν, ἔλεγεν μυριολόγιν, ν 9 a ΜΗ͂Σ \ 2/ N 47297 \ \ RTE 150 καὶ Endéyeroy τὸν ἄγουρον νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν συντύχῃ Nr < 7] / 2/ 7 ολίγον EXOUPATTYREV, ἔπεσεν εἰς τὴν κλίνην; \ 2 Ν \ À 4 7 / 2, 2 καὶ εἰς τὴν χρυσὴν τὴν πλάτανην ἐκάσισεν ἀδόνιν. Ν 5 c/ A ΑΝ ΝΣ N \ / καὶ vaTec ὅτι ἐκάθϑετον καὶ ἔκλαιεν διὰ τὴν κόρην' 7) / Ἴ \ # 7 "Ζ 2 / ἐκείνη ἀπὲ τῆς κλίνης τῆς πάλιν ἀνεσηκώσην 755 καὶ τὸ ἀδόνιν ἔλεγεν μετὰ πολλὰ | τὰ δάκρυα: f 46 v°. » Adëviy μου πολύπονον, ξρωτικόν μου ἀδόνιν.

, - 2 ΄ εὐχαριστῶ σε. ἀδόνιν μου. ὅτι πονεῖς διὰ ἐμένα, Ya \ » \ ΜΙ ΄ / # καὶ σλίβεσαι καὶ συμπονεῖς τοὺς ἐδικούς μου πόνους. ἔτσε σὰν ἐσυντύχαινεν ἡ κόρη με τάἀδόνιν, ; Q / 7 2/ = ao 7 Ἴ 100 γλήγορα κτύπον ἥκουσεν τῶν δυνατῶν Φαρίων: / 7 καὶ ὁ καιρὸς ἔλαχεν ὥρα “μεσονυκτίου, ἦτον τὸ φέγγος ἔμορῴον, ἡ νύκτα μερωμένη, «! # ἐξ \ 7 ee λιγοσύμησεν., ge εἰς FA Φλισκίναν.

ἐκεῖνος ἐτριγύριζεν ἀπέξω ἀπὲ τὸ κάστρον, 165 ἀπὲ τὸ Φάριν του Roue καὶ πηάσεν τὸ κοντάριν. [1 pe ὡς λέων ἀντεπήδησεν καὶ τίναξεν ὡς dpéxos,

\ / > \ / 22 Je τὸ κοντάριν ἔμπηξεν καὶ πήδησεν ἀπέξω

\ c “᾽ν \ PRE 4 2 7 5

/ " xopy δὲν 10 ἤξευρεν ΤΙ αἴ Τεσω ἡμτεν.

- ci 2 / 710 εἰς τοῦ πλατάνου τὸν κορμὸν εἶδεν τὸν ἀγουρίτσιν, “ - 7 7 2/ ? ἣν 2/ εἰς μιᾶς ἐλιγόϑύμησεν, ἔπεσεν εἰς τὰ ἄνϑη᾽ ἐχεῖνος τρέχει ὀγλήγορα, πιάνει τὴν ἐκ τὸ χέρι ἔτρεμεν ἡ καρδία του βλέπων τοιοῦτον κάλλος" περιλαμπάνει τὴν σφικτά, γλυκειὰ καταφιλεῖ τῆν. = c / "7 / 1 ” * 1175 καὶ κόρη πάλιν ἔκαμεν ἔτσε σὰν χά μνει ἐκεῖνος, f 47 v°.

750. Entre τήν et συντύχγ le mot ërépy raturé. — 760. Le mot κτόπον est précédé de . You, raturé.

CRAN RAT E Lai EE MR ARE

; ΤΡ τ: BYZANTINE. 111

L ty PA - 7 PA τ πω ὄξον οὐδὲν ἐθέλησεν τίποτε διὰ νὰ κάμῃ . ad 17 \ 2 μ᾿ Ζ Ἵ u # Ξ

ἐς ἵνα μηδὲν ἀγαπησοῦν πλειότερα εἰς ἀγάπην pie ÿ LE \ 7 / 11:75} TR καὶ εἰς τὴν κλίνην πέφτουσιν ἀντάμα καὶ οἱ δύο. | καὶ ἐκ τὰ πολλὰ φιλήματα, καὶ τὰς περιπλοκάς των, 180 τὰ δέντρα τὰ ἀμίλητα, νὰ εἶπες καὶ ἀδονοῦσαν. καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ αὐγὴ ἡ κόρη τὸν ἐλάλει" » Ἐγείρου, χρουσεφτέβουγε Φάλκονα, ἀπὲ τὴν κλίνην, - ὄγωμε στὴν μητέρα σου. τὴν πολυξοσητήν σου" | αὔριον ἔλα γρήγορα, ἐγὼ ἀναμένειν Θέλω." . # ? τ "1 »

185 καὶ ὡς ἀετὸς ἐπήδησεν. ἐξέβην Ex τὸ κάστρον f 48 r°. καὶ τοὺς ἀγόρους του εὕρηκεν καὶ στέκεν καὶ ᾿νεμέναν. Ν / Cie 4 Vi ? \ 7 καὶ γλήγορα εὑρέϑηκεν πάλιν εἰς τὰ δικά του; OA ᾿ 1 € Ἃ £ / D οὐσῶν; ἡ “μέρα, ξημερώνει, καὶ λέγει τοὺς éryoûpaus του «Ἐλᾶτε. xaoi ie ve 790 mure ἀντρειωμένοι mou, ποῦ εἶστε πιστοὶ εἰς ἐμένα. σήμερον ἂς ὑπάγωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν κόρην ΞᾺ Ex. Ε - Ξ καὶ νὰ ϑαυμάσετε καὶ ἐσεῖς τὸ ὡραιοτικόν τῆς κάλλος." À 7 | \ LE 5 2 ς / / 2 »

καὶ μίαν στολὴν ἐβάλασιν οἱ δώδεκά τοὺ ἀνγοῦροι: / / τ EuopDa χρουσοπράσινα εἴχαν ἀἁπανωφόρια, 195 καὶ χρουσοπράσινα ουσὰ εἴχασιν κουρτσουβάκια. f 48 v°. XP β XP ΕΘ ten à 2 / \ £ / Cn / - / ἐφόρεσαν καὶ οἱ δώδεκα ὁλόχιρουσους στεφάνους. ὁ δὲ ᾿Αχιλλεὺς ὁ ϑαυμαστός. ὁ ἐξεχωρισμένος, ἄσπρον βλαττὶν ἐφόρεσεν μετὰ χρουσὰ πουλία καὶ ἀπανωφόριν κόκκινον μετὰ λιϑομαργάρων' ΄ / \ 2 \ /

τὰ ἐντεληνοπροστέλινα καὶ ἡ κεφαλαρέα | f 49 r°. Les / ) Ν = - / 805 κόκκινα συρματένα ‘av, ξεχωριστὰ τοῦ κόσμου μετὰ χρουσὰ ἀετόπουλα καὶ τὰ χρουσὰ λεοντάρια: καὶ πλουμία ϑαυμάσια εἶχεν ἡ σέλλη ὅλη καὶ ὀξεῖα εἶχεν τὸ Φαρίν του τὰ ὀνύχια καὶ τὰ κότσια τοῦ φαριοῦ μὲ τὸν χένναν βαμμένα, 810 καὶ γατάνια ὁλόχρουσα εἰς τὴν ὁρὰν καὶ εἰς τὴν χιότην'᾽ γ XP 4:08 d

καὶ ἡ σέλλα ὅλη ἔλαμπεν ὡσὰν αὐτὸν Toy ἥλιον

καὶ μίαν μεγάλην EmopDyy εἶχεν ἔμορφην Φοῦνταν

Après 856, en rouge: ὁ ᾿Αχιλλεὺς πιλαλῶν μοναχός, στέκει καὶ ἀναρωτᾷ τὴν κόρην. “" ἑὰς fe

2 , À 1} ᾿ ; É 4 ὧν LA

ἐλέγασιν" .. Ἐκ τοὺς οὐρανοὺς ἄγγελος ἐκατέβη." | ME κι τε ον - ν 7 ῳ ω

΄ Ἢ \ Ὗ Ν Cd Ν 7 - ? FPS τίνος ψυχὴ νὰ μὴ βρεθῇ νὰ μηδὲν γένῃ δοῦλος εἰς ἐκεῖνον:

/ 2 / \ C4 / \ / 0 τότες ἐπήγασιν κοντὰ στῆς κόρης To κουβούκλι, f 50 r°. 2 / ἐσύντυχεν τοὺς δούλους τοῦ τοὺς δώδεκα Tou ἀγούρους"

Δ ai à λή 2 \ 2 / 70.

ὅλες οἱ βάγιες ἤβγασιν καὶ στέκουν καὶ ϑωροῦσιν, \ \ Ἄ \ \ dd Ν 2/ € 2 / 4 pe 0 καὶ ποιὸς ἀπὸ τοὺς δώδεκα νὰ ἔναιν ὁ ἀφέντης | ΓΙῸ

/ / / / μίαν γὰρ ἔχουσι ὅλην Ty Φορεσίαν.

2 FA / καὶ τότες ἐνεντράνισεν ἡ κόρη πρὸς ἐκείνους,

{ ἐκέντησεν ὁ ᾿Αχιλλεὺς Toy ἄσπρον τὸν Φουδούλον, - ν χαμογελῶν ἐπέρασεν ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν κόρην' ἡ κόρη τὸν ἐγνώρισεν τὸν νέον τὸν ἠγάπα, ἕτοιμα βρέϑην ἄφωνος, ἐλιγοϑυμη μένη:

“ Ν o )/ \ 2 / ς Ζ ὅσοι τὴν εἶδαν εἴπασιν τὶ ἀπέϑανεν ἡ κόρη Kart 2/ Lé / \ 2/ € / ξὰν εἴδασιν οἱ δώδεκα καὶ ἤρχετον ὁ νέος / à 5

ὅλοι ἀντάμα πέζευσαν, TÉDTOUY καὶ προσκυνοῦν τον. οἱ ἀρχόντισσες οἱ εὐγενικὲς παρακαλοῦν τὴν κόρην"

Κ 7 7] /| ) Ν », 7 Ἔ f 5] ο Κυρά μου, cou, στό χασ᾽ τον καὶ καταχόρτασέ rov' |f 51 »°.

4 ὍΝ Ν € ΄ \ / ὯΝ ἰδὲ τὴν ἑλικίωαν του. τὸ σαυμαστόν τοῦ κἄλλος" χαρὰ ποῦ τὸν ἔγέννησεν αὐτὸν τὸν ἀγουρίτσιν' » / 7 2 ἐτοῦτον πρέπει πάντοτε νὰ χαίρεται μετά σου." X 9 ΄ \ 2 / \ / ἃ \ 4 ἐκείνη δὲν ἐστάθηκεν νὰ στέκῃ νὰ Toy βλέπῃ, / / / \ \ / / στέφανον πλέκει, γλήγορα μὲ τὰ δικά τῆς χέρια À ? , c/ \ ὯΝ Ν 2/ - = ΄ ἀπ’ ὅλα τὰ μυριστικὰ καὶ τἄϑη τοῦ περιβολίου, / / εὺ ἔβαλεν καὶ τριαντάφυλλα καὶ ἀπ’ ὅλα ὅσα εἶχεν, / ἐκράτειεν To εἰς τὰ χέρια τῆς καὶ ἤστεκεν σὰν ἄστρον, / - 7 τὸν ᾿Αχιλλέαν ἔβλεπεν τὸ ποῦ παραδιαβάζει, ων, / καὶ | ὡσὰν ἐψικεύγουσιν τὸν ᾿Αφροδίτην ἄστρα, [δ] ν᾿. ἔτσε ἐτριγυρίζασιν τὸν ἄγουρον οἱ νέοι.

un, κόρη εὐγενική, ΤΑΜὴγ δρᾷ τῆς ψυχῆς τὰ ἐδ

5 τ καλὰ εἶμαι. ἀφέντης μου. διὰ τὴν πολλήν σου ἀγάπην. 60 καὶ κεῖνος πάλιν λέγει TYS: »Ἑυχή μου καὶ καρδιά μου. f 52 r°

τοῦτο δὲ λέγω καὶ πληροφορῶ, καὶ λέγω σέ To μὲ ὅρκον" δ᾽ ς 7) ἄπο ς \ - ν ML \ Δ᾽ ἐν »

/ - Ψ A καὶ κάθομαι εἰς τὸν μαῦρον μου. καὶ εἰμαι εἰς κάμπον ἔξω. / 4 Στ προῶνΝ Sa / ὟΝ FT / Jaeprée ὅτι οὐδὲν μὲ ἐντροπιάζουσιν ἐὰν εἶνιν μυριάδες ξὰν᾽ δὲ εὕρουν με εἰς τὴν κλίνην σου μέσα στὸ περιβόλιν, way γυναῖκαν ἄνανδρον ϑέλουσίν μὲ σκοτώσει.᾽" SF el PE πόνο / / < \ 2/ ἌΝ Ζ καὶ ἡ KXOPY τότε στέγαξε. τὸν ὥγουρον ἐλάλει".

e Va 2 V4 A ? 7 pe | οΘλίβομαι ὅτι δὲν | éyvwprosc τὴν τόσην μου ἀγάπην, F 52 v°. τὴν ἔχω, ἀφέντη, εἰς ἐσὲν καὶ καταχαίρομαί σε,

2 ÿ LA - / ἀλλ᾽ ἔχει ὁ νοῦς σου διάσταξιν, ϑέλεις νὰ μὲ ὀνειδίζῃης. \ 4 \ ΄ Ἄ \ 7 καὶ κάμνεις. με καὶ σλίβομαι. πικρίες μὲ ποτίζεις. τοῦτο δὲ πληροφορῶ δι’ ἐσέναν γὰ ποϑάνω.

ἐσέναν ἔχω ἀπὸ σήμερον πατέρα καὶ μητέρα, ψυχή μου, 7 = : / δούλη σου ἐτάκτηκα πάντα, ϑαρρῶ νὰ μὴ σὲ ϑλίψω. \ ΡΟΝ, - Ν γ7 » fe (A \ A / καὶ ὡσὰν τοῦ τὰ ἔλεγεν αὐτά. ῥίκτει καὶ τὸ στεφάνιν,

2 ἤν δ" € ΄ 7 \ oc ἐσύ ‘ai ἡ καρδία μου. ἐσὺ εἶσαι

7 ’ καὶ κεῖνος τὸ ἐδέκτηκεν καὶ κατεφίλησέν To,

2 / 5/ \ 5/ 4 "+ TATEANTIRIV ἔσυρεν. TO EjaopOoy ἐκεῖνο,

καὶ TivaËey τὸ χέριν του καὶ κτύπησεν τὸ κάστρον, 9 / 7 / /

/ \ - 2/ \ 2 7 κέντήσεν τὸν μᾶυρον TOU, ἔφϑασεν τοὺς æryoupous, Er Cod / / 73 \ > M 2 ῳ οἱ ὥγουροι πάλιν λέγουν Toy οοΚαλὰ οὐδὲν EToinec

ἂν τὸ ἰδοῦν τἀδέλφια τῆς. πάντα ϑέλουν τὴν βλέπει. c/ à τῶ © FE Ν CT 7 2 ὅμως διὰ νὰ ϑαυμαστοῦν τὴν πολλήν σοὺ ἀντρείαν

ve καλὰ ἔκαμες, δέσποτα. πάντα νὰ σὲ Φοβοῦνται."

/ 71 7 ἔσωσαν εἰς τὰ σπίτια TOU καὶ γλήγορα πεζεύγουν,

οἱ γονεῖς τὸν ξἐρωτοῦν" EM ἔχεις, τί στενάζεις:"

/ / / μάννα Trou τὸν ἔλεγεν μετὰ πολλὰ τὰ δάκρυα:

Παιδί μου, φῶς μου καὶ «ζωή. καὶ φῶς τῶν ὀμματιῶν μου. " Ζ VA »- ΄ εἰπέ με τί ἔναι τὸ πονεῖς καὶ δὲν με συντυχαίνεις: \ 4 »- \ / Te, \ / ἂν ὥγαπᾷς καὶ ϑέλεις τὴν αὐτὴν τὴν βασιλείαν,

ὌΝ »- Ν ᾽) Ν 77) Ν , 7, 2} . 4 Ὁ μετὰ χαρᾶς τὴν ἔπαρε καὶ ἔχε τὴν εὐχήν μας. ἔδ4 r°. Verhand. Kon, Akad. ν, Wetensch. Nieuwe Recks. Ὁ]. XIX. N°. 3. 8

ἐγὼ nn ἐς πολλὲς ἔχω" καὶ σὺ πονεῖς sn μένα"

μοῦντον ἐκαβαλλίκεψεν, ἐκεῖνον τὸν ἔγάπα' ἄσπρον εἶχεν εἷς ἐρωτεῦ, μαῦρον εἰς τοὺς πολέμους, τὴν στράταν Tous καὶ πᾶσιν εἰς τὴν κόρην.

τ en f54 No ne Le

Page 1