Avri τοῦ ἐπρίω
884. Τὸν δαχτύλιον : Τὸν λεγόμενον φαρμακίστην. Εἴρηται δὲ τὸ προτιμᾶν ἐπὶ τοῦ λόγου ἔχειν (21). Ὃ Εὔδαμος φαρμακοπώλης καὶ ᾿Αμειψίας ἢ χρυσοπώλης (25) — τὰ τοιαῦτα (27) : λέγει οὖν ὅτι οὐ φοδοῦμαί σε ἔχων φυσικὸν δακτύλιον (23). Var. πρὸς δαιμόνια au lieu de πρὸς δαίμονα (27). Ext.
885. ᾿Αλλ᾽ οὐχ ἔνεστι συχοφάντου : ᾿Αντὶ τοῦ χἂν ἔχης (34, cf. Adn.) — πεποίηται + ἦν δὲ ἀποτρεπτιχὸς συχοφαντῶν (36, οἷ. Adn.). Inf.
Ibid. Λείπει φάρμαχον (52).