Γουτέστιν (8) — τρέπε (9). Int
702. Στρόδει : ᾿Αντὶ τοῦ ἀνάχρινε δοχίμαζε (7) : περίφερε — σκεψάμενος (11). Int.
703. Εἰς ἄπορον : OÙ πόρον (20) — στενοχωρίας (24). Var. ἐὰν εἰς διά-νοιαν ζήτημα (21, cf. Adn.). Ext.
707. Καταπονούμενος ὑπὸ τῶν χόρεων στενάζει ὃ Στρεψιάδης. Ext.
JOUE, sens βαχχικὸν (sic) δίρυθμον (28). Ext.
710. .... μὲν ὅτι (29) — Κορίνθιοι (34). Var. ὅτι manque devant παρὰ (30), | οἵ manque devant Κορίνθιοι (33). Ext.
Ibid. Παῖς. Ce mot est écrit à la fin du vers.