Τόπος τῆς ᾿Αττικῆς ὑψηλὸς ὃ Κεραϊμεκός, Int
131. Κεραμοιὸς τόπος ᾿Αθήνησιν (19). — χάτω (18). Var. κατ᾽ ἐνιαυτὸν λαμπάδος χοροῦ ἀγῶνα (14), | ἀφεθῶσιν (17). Sup.
Ibid. Ἐγένοντο δὲ τρεῖς λαμπαδοδρομίαι ἐν τῷ Κεραμικῷῶ, ᾿Αθηνᾶς, Ἣφαίστου, Προμηθέως (12). Cette scolie vient après celle du v. 133. Ext.
133. To εἶναι (sic) καὶ σὺ σαυτόν : Τοῦτο γνωριμώτερον (21) — σαυτόν (23). Ext.
134. ᾿Εγχεφάλου θρίω δύω : ᾿Αρίσταρχος (41) — θρίον (49). Var. “γὰρ du ὥσπερ δύο, du après γὰρ ἃ été barré par R!, | θρίον et θρία ont toujours l’accent aigu. Ext.