‹ Bibliothèque hagiographique orientaleChapitre 129 sur 195 · ο LU - ΜΕ L 24 ΕἸ x — = dr · texte numérisé non relu

ο LU - ΜΕ L 24 ΕἸ x — = dr

Ecoù τῷ Κυρίῳ Ὥμῶν, ᾧ ἢ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων:

! Si ce passage ἃ élé copié exactement, il y a une faule dans le manuscrit, et il faut lire : συγχώρησιν εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἣν ἥμαρτον. — 2 Cod. ἀνοίξας. — Ÿ Cod. συγχωῤήσε:. — # Cod. δεμονιζομένης.

(Bibliothèque Nationale : ms. du fonds grec 1313 (xv- siècle), fos 2647-2677).

Le texte de ce manuscrit est exactement le méme que celui du inanuscrit 2474 du fonds grec de la Bibliothèque Nationale (Voy. B), sauf qu'il a été transcrit en grec du xv° siècle, Je crois donc inutile de le reproduire.

(Bibliothèque du monastère du Saint-Sépulere : ms. 329 (xvn° siècle), collationné avec le ms. de la Bibliothèque Nationale du fonds grec 1632 (Voy. ΟἹ, fos 108-117).

Tibre précédant le texte : B'oz χαὶ πολιτεία τῆς ὁσίας μητρὸ: ἡμῶν Μαρίας τῆς μετονομασθήσης Μαρῖνος. — Page 41, ligne 9. "Evav || Εἰς τὸν. — 11 Om. τοῦ. -- 11. γυναῖκα... ταχτικὴν || γυναῖχα χαὶ ἀγάπα τὸν Θεὸν nai τακτιχὴ. — 13. χόρην || θυγατέραν. — 13. Om. δὲ... ἐχεῖνον. --- 14. τὴν χόρην || τὸ παιδίον, — 14. Om. χαὶ τὴν... Μαρίαν. — 19. αὔξησεν || αὔξηνε. --- 16. ἰδοὺ || αὕτου. — 17. ἀνέχω δίδω τὰ || ἔχω τα ἔδωχα. — 17. πηγένω || ὑπαγένω. -- 17. Om. νὰ γίνω καλόγηρος. — 18. τοιαῦτα.. ἐὰν || ἀπὸ τὸν πατέρα τῆς eine: Ilatépa μου, ἐσὺ. --- 22. πάλιν | Add. ὁποῦ. — 23. τὸν || τὴν. — 23. On. εἶναι. — 23. πατήρ | πατέρας. — 23. κατενύγη || ἐκατανύγει. — 94. χαὶ λέγει τῆς || ὅτι χαὶ μὲ χλάματα τὰ ἔλεγεν χαὶ εἶπεν την. — 24. χάμω... χορίτζη || χάμω, ὅτι ἐσὺ εἶσαι θηλυχό. --- 30. πῶς... ἦσε | πῶς θέλης δυνηθῆ νὰ εἶσαι. --- 26. ὁποῦ || ὅτι. — 29. χόψω... μον | χυυρέψω τὰ μαλία τῆς χεφαλῆς μου. — P. 42, [. I]. μετ᾽ ἐσένα || μετεσὲ. — 2

ἐδήχθη || ἐδέχθητε. — 2. χόρης || θυγατρὸς αὐτοῦ. — ὁ. ἐχούρευσεν αὐτὴν || ἐχούρεψεν τὸ κεφάλι της. — À. ἐπωνόμασεν || μετ᾽ ὀνομασεν. --- 6. Om. τὴν. — 6. σέθδης || ἔδης. — 6. διότι || Add. ὡς — 7. σεθαίνει μέσα εἰς || ἐσδένης εἰς. -- 7. Om. μόνον. --- 9. μοναστήριον || Add. χαὶ ἡμέραν τὴν ἡμέραν αὔξηνε εἰς τὸ μοναστήρῖον. — 9. ἐπρόχυπτεν | ἐπρόσχοπτεν. --- 12. χολόγηροι | Add. χαὶ ὅσωι τὴν ἔδλεπαν. - 19. εὔγανε || εὔγαζεν. — 13. τῶν φωνῶν | τῆς φωνῆς. — 15. Λοιπὸν... πατέρας || Ἔτυχε χαὶ ἐχοιμήθη ὁ πατήρ. --- 16. αὔξενεν || αὔξηνε. — 17. χαὶ εὔγανε δαιμόνια || χατὰ δαιμόνων. --- IS. εἴ τις... ἔστελναν | εἴς τινα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς ἔθετεν τὰ χέριά tn: ἀπάνω του πάραυτα ἴατρεύετον. Ἦτον λο!πὸν ὅλοι τους οἱ καλόγηροι ἕως σαράντα, χαὶ εἴχασι συνήθειαν χάθε μῆναν ἔστελαν. --- 93]. On. εἰς τὸ χάστρον. — 99. διότι... ἀλλονῶν Il διότις εἴχασι καὶ ἄλλων. --- 94. μάχρος | μάχρομα. — 24. ἀναπαύυυσιν || ἀναπαύουτο. — 30. ἔκαμεν || ἔκομνεν. --- 30. ἐκείνους || ἐχεῖνος ὅταν ὑπήγεναν. --- 27. Μίαν | Καὶ μιᾶ. — 27. τὸν | Add. αὐτὸν. — 38. τον || του. --- 29. σπουδαιότερος... ἐσὺ || σπουδαῖος. Θέλησαι τὸ λοιπὸν χαὶ ἐσὺ χαὶ ἔδγα. --- 31. Om. μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς. — 32. ἀπὸ τὸν Θεόν || ἐκ Θεοῦ. — 32. Om. Καὶ. --- 94. Om. τὴν ἁγίαν. --- 34. νὰ ὑπάγω || ὑπαγένω. — P. 49, ἰ. 1. Μίαν γοῦν | Καὶ μιᾶ. — 2. ὑπάγουν || ὑπᾶν. --- 3. Om. τὴν. — 4. ξενοδόχου || Add. χαὶ ἐγχαστρώθη. --- 4. ἐγνωρίσῃ || νοήσῃ. — 5. εἶπε ὅτι || εἶπε τὸ πῶς. — 8. Μαρῖνον | Add. nai εἶπεν. --- 12. λέγει || ἔλεγεν. — 12. ψευδοχαλόγερος || Ψευδοχριστιανός — 12. Καὶ... éxoniacez Ἐπρουπάντησέ τον ὁ ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν ἡγούμενον χχαὶ εἶπε tov' Kad: ὥρισες. — 15. εἶπεν || χαὶ εἶπε τον. -- 16. Om. ἔλεγεν. — 17. Om. 6 ἡγούμενος. — 17. ποῖαν || τὶ. — 18. Om. καὶ εἶπεν. — 18. ὅτι || διατὶ. — 18. ἔχω || εἶχα. — 21. τίνα σε || τί νὰ σου. — 91. Om. τῶρα. — 26. Μίαν... ἐξέδης || καὶ μίαν ἐξεύης καὶ ἐσὺ. --- 90, παίγνιον || παιγνίδη. --- 39. ἀχούσας || ὡς ἤχουσεν. — 30. τοὺς πόδας || τὰ ποδάρια. --- 31. δέσποτά pou | πάτερ. --- 31. ὡς... ἔφαλα || ὡσὰν... ἔσφαλα. — 3]. ὀργισθεὶς || ὀργίσθη χαὶ. --- 32. μοναστήριον | Add. χαὶ εἴπεν᾽ IDéov ἐσὺ δὲν θέλης ἔλθη εἰς τὸ μοναστήριον. --- 99. ἀπὸ... μαχρόθεν || ἀπὸ τὴν θύραν ἔξω ἀπὸ μαχρόθεν τὴν μόνην ἐκάθετον. — 34. παγετὸν | παγονίαν. --- 90. ἔξω | ἀπέξω τοῦ μοναστηρίον. — 36. ὅτι || διατὶ. -- P. 44, ἰ. 3. καιρὸς | Add. τῆς. — 3. ἐπῆρέν το || ἐπῆρε τὸ παιδίον. — 3. (Üm. ὁ ξενοδόχος. --- À. (Om. ἀπὸ. — 4. ἔρριψεν... ἔμπροσθέν tou || ἔρριψέν του τὸ παιδίον. — 6. ἔπαρ το | ἐπαρέ το λοιπὸν. — 6. ὡς || εἴ τι. --- 7. ὑπάγη... Μαρῖνος || ἐδιάδη. χαὶ ὁ Μαρῖνος ἔλχόεν. --- ὃ. ὀδυρόμενος || λυπούμενος. --- ὃ. εἶμε || ἦμαι. — IL. ἐννοιάζετον... ὑπῆγεν || ἐπιμελῆται, καὶ ἐπεριπάτει. — 12. Om. τριγύρου. — 13. ἐτρέφετο... Καὶ || ἔτρεφεν τὸ παιδίον ὡς πατέρας του. Καὶ. --- 15. κόπους... ἁγίᾳ || κόπους τὴν ἁγίαν καθ᾽ ἡμέραν, -- 16. Om, λοιπὸν. — 18. ἐπαραχάλεσαν τὸν }ὲέ-

60 k VIE DE SAINTE MARINE.

γοῦτες || εἶπαν τον. — 90. Ὁ δὲ | Kai ὁ. — 21. οὐχ || δὲν. — 23. ὑπάγωμεν | ὑπαγένομαι. — 39. Om. ἀμὴ. — 93. νὰ συγχωρήσῃ || νὰ μᾶς συγχωρήσῃ. — 24. ἰδοὺ | αὕτου. — 95. Om. πάλιν. — 26. Ταῦτα || αὐτὰ. —27. χαλωσύνην | παραχαλησύνην. — 27. τῶν λόγων || τὸν λόγον. — 95, ἀπὸ... ἀδελφούς || ἀπὸ ὅλους, χαὶ εἰς τὴν ὕττερην τάξιν νὰ Eva ἀπὸ ὅλους τοὺ; ἀδελφούς. --- 29. Μαρῖνος | Add. μετὰ χλαυθμοῦ. --- 30. On. ἅγιε. — 30. Om. ὡς. --- 32 δουλεύσω || δουλεύω. --- 35. παιδίον || Add. tou. --- 35. Om. του. — 96. ἔχλαιε... ζητοῦν || ἐψέλιζεν χαὶ ἔλεγεν αὐτὰ, Tata, μαμᾶ, ὡς χαθὼς ἔχουν συνήθειαν τὰ παιδία νὰ γυρεύουν. — P. 45, ἰ. 2. ἄλλοι || ἕτεροι. — 3. ἄλλον... ἔννοιαν || ἄλλος πειρασμὸς νὰ ἔχη ἔννοιαν. — 4. ἄλλο ἐχριάζετο || ἄλλο ὁποῦ ἔχρηζε. — 10, ἰδοὺ [| αὕτου. —- 10. ὁποῦ δὲν | σήμερον χαὶ δὲν. --- 10. εἶδα | οἶδα. — 11. ὁ ὁποῖος || ὁποῦ. — 1]. ἐχχλησίαν || ἀκολουθίαν. — 13. εἶπαν || εἶπον εἰς. --- 14. On. νὰ. --- 16. ἔχαμε || ἔπραξε. — 17. Καὶ | Add. ὡς. --- 17. λούσουν || ἀπολούσουν. --- 17. χαὶ εὑρῆχαν || εὑρίκασι. --- 17. ἦτον || Eva. — 18. φόδον .. φωνῇ || ὅλοι, χαὶ μιᾷ φωνῇ ἔχραξαν μὲ p66ov μέγαν. --- 20. Om. τὰς φωνὰς χαὶ. — 21. αὕτη ἡ σύγχησις || ἐχεῖνο. --- 21. εἶπαν | Add. τον. --- ?2. ἔδραμεν | ὑπῆγε. — 23. Om. πρὸς τὸ λείψανον. --- 94. τοὺς πόδας || τὰ ποδάρια. — 94.. ai... ἔλεγεν || χαὶ ἔχλαιεν καὶ ὁδύρετο χαὶ ἔλεγεν. — 26. τοῦ Θεοῦ || μην. — 26. μέγα || μεγάλον. --- 27. σὲ ἔπταισα, διότι || ἔχω, ὅτι. --- 27. Om. ἁγία τοῦ Θευῦ. — 27. χοιτάμενος || χοίτωντας. — 98. τοὺς || Add. ἁγίους. — 30. ἐπαίδευες || παιδεύεις. --- 33. χαὶ ἐμήνευσε || χαὶ ἔστειλε χαὶ ἐμήνυσε. — 90. tou [| τον. — 36. Θεὸν... ἔχαμες || Θεὸν χαὶ εἰς ἐμένχ᾽ μετὰ λόγιά σου ἔχαμες. --- 90. ἥμαρτον... ἐγὼ | ἡμάρτηχα. — P. 46, 1. 4. Om. πρὸς τὴν κατηγορίαν ὁποῦ τὴν ἐχατηγόρησαν. --- 7. τιμὴν χαθὼς || τὴν τιμὴν ὁποῦ τοῦ. --- 8, Ψψαλμωδίαις || ψαλμούς. --- 13. τὸν τάφον || τὸ μνῆμα. — 16. ἡμεῖς | Add. ἀδελφοί μου. — 16. μιμηθοῖμεν || μιμηθοῦμεν. — 17. διανὰ... ἀξίως || διανὰ ἀξιωθῶμεν χαὶ ἡμεῖς νὰ ἀπολαύσωμεν. --- 19. Om. τῶν αιώνων.

(Mnvaioy τοῦ Φεθρουαρίου. Bevetia; 1895.)

re CCR NO ED TO ET DO DIT CID OM OM) € oo . «à

Li AP ᾽ CS € 4 / -- La La 1 LA LA 7 Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας, τῆς μετονομασθείσης Μαρῖνος.

Αὕτη, τὴν γυναιχείαν ἀλλαξαμιένη στολὴν, μετὰ τοῦ ἰδίου πατρὸς χατὰ σάρχα, Εὐγενίου, εἰσῆλθεν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, καὶ ἀπεδ - , -»Ὕ» δ χείρατο, χαὶ διηκόνει μετὰ τῶν νεωτέρων ἀδελφῶν, ἀγνοουμένη ὅτι γυνὴ ἦν. Ἔν μιᾷ οὖν καταλύσασα μεθ᾽ ἑτέρων ἐν πανδοχείῳ, ὡς dix φθείρασα τὴν τοῦ πανδοχέως θυγατέρα διχδάλλεται χαὶ χαταδέχετα! AT a N SVT À » » D: - 2 ε - C2 = τὸ ὄνειδος, καὶ ἣν οὐκ ἐνήργησεν ἁμαρτίαν, ὁμολογεῖ. Ὅθεν τοῦ πυ- - » 2 M ᾿» Ὁ [2 λῶνος ἐχδάλλεται τῆς μονῆς, χαὶ τρισὶ χρόνοις ἔξω ταλαιπωρεῖ, ὅπερ ᾽ "δύ " 2 p , A \ » δέ A - οὐχ ὠδίνησεν ἐχτρέφουσα νήπιον. ’Emet δὲ εἰσεδέχθη ποτὲ τῆς μονῆς

ἐντὸς συνῆν αὐτῇ τὸ παι ἄριον DEV ὄν" ἀπεχαλύφθη δὲ τὰ ar!

αὐτὴν μετὰ τὴν αὐτῆς τελευτήν. Αὕτη μὲν ἐν τῷ χηδεύσασθαι γυνὴ -" ΑΝ À ἔς UE ᾿ς M δὲ - Do: ΄ θ. ΞΕ ἘΝ φανεῖσα, ἐξέπληξεν ἅπαντας ἣ δὲ τοῦ πανδοχέως θυγάτηρ, πονηρῷ πνεύματι ληφθεῖσα, ὑπὸ στρατιώτου τινὸς ἔψη διαφθαρῆναι" εἶχε μαζί τῆς χαὶ τὸ ἐχ πορνείας παιδίον ἀρσενικόν. ᾿Εφχνερώθησαν ὅμως τὰ \ \ Gr) » 4) F » n [2 \ “ἊΨ 7 ᾿ χατὰ τὴν ὁσίαν, ἀφ᾽ οὗ ἐτελεύτησεν. “Ὅταν γὰρ ἐνταφιάζετο, ἐγνω- , Ὁ μι + 2 e \ ΄ - ) € οίσθη, ὅτι ἦτον yuvaixe. Ἢ δὲ θυγάτηρ τοῦ πανδοχέως ἡ συκοφαντήσασχ τὴν ὁσίαν, ἐχυριεύθη ἀπὸ πονηρὸν δαιμόνιον, ὅθεν ὡμολόγησε paveox χαὶ εἶπεν, ὅτι διεφθάρη ἀπὸ ἕνα στρατιώτην, χαὶ λοιπὸν ὁ ἡγούμενος χαὶ οἱ μοναχοὶ, ὁποῦ πρότερον ὠνόμαζον ἀθλίαν τὴν ὁσίαν,

"» ᾽ ᾿ ι - - - r Ch à τότε ὠνόμαζον αὐτὴν μαχαρίαν, χαὶ πολλῶν τιμῶν ταύτην ἠξίωσαν.

Se ee Safe nel ὧν beta δ᾽ πο. re les [δ᾽ ὁ ὁ

CAT: e 5 / / \ δι / » “ NS -“" τελείως ὅτι ἦτον γυνή. Μίαν φορὰν δὲ χονεύσασα εἰς ἕνα πανδοχεῖον ἤτοι ξενοδοχεῖον, ὁμοῦ μὲ ἄλλους ἀδελφοὺς, ἐδιαδζλθη ὅτι ἔφθειρε τὴν θυγατέρα τοῦ πανδοχέως, χαὶ δέχεται εὐχαρίστως τὴν συχοφαν-

΄΄ ᾽ ‘ “7 il - A 4 +

τίαν αὐτὴν χαὶ τὸ ὄνειδος, χαὶ ὁμολογεῖ πῶς ἔπραξε τὴν ἁμαρτίαν PTS € - δὲ 2 e « ἐδ ΄ Je ai ᾿ / ἐχείνην, ὁποῦ dev ἔπραζεν. Ὅθεν ἐδιώχθη ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήριον,

ἣν Too ὀλίγον ἀθλίαν ἐχάλουν, μακαρισμῶν μεγάλων ἠξίωσαν ἣν πρὸ ὀλίγ θ. (ζλουν, μαχαρισιμῶν μεγάλων ἠξίωσαν.

Page 1