‹ Bibliothèque hagiographique orientaleChapitre 60 sur 195 · VAE · texte numérisé non relu

VAE

βαδίσεως χόπους χατῳχίζετο᾽ ὁ δὲ τὸν σταυρὸν ἀποκομίσαι τῇ μιητρὶ \ = , πὴ “ χαὶ ταῖς ἀδελφαῖς χαὶ τὰς ἐντολὰς δεξάμενος ἄνθρωπος τῇ Οψὼ zou ; 7 3 re παραγενόμενος χαὶ πάντα προσαναγγείλας, ὅσχ αὐτῷ διεντέταλτο, ἘΣ | AU Lie ns ἢ Σ θάμόους μὲν χατ᾽ ἀρχὰς τοῦ ὁσίου τὴν πηπερᾶς ἔπλησεν, ὀδυρμῶν τε A r 5 - ῃ \ δι x ΤῊΝ σύνευνον χαὶ βοῆς τὰς ἀδελφὰς χαὶ συγχύσεως" ἐπεὶ δὲ μιλρὸν - LA Le 1 τῆς χατηφείας ἀνανήψασαι, ἀλχήλαις προτροπὴ χαὶ παραίνεσις πρὸς πο ς ἐγεγένηντο, « Τί φησιν », ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, € τὸν ἐν » ἘΝ A: ε ; , \ \ \ δ , ; χαρᾷ ἀϊθίως ὑπάοχοντα ὡς ἀπολωλότα χαὶ νεχρὺν μετὰ δαχρύων ἀπο-

dupoueba ; δέον παυσαμιένας ἡμ.

ἧς οἰκείας σωτηρίας Bou λεύσασθαι χαὶ et μὲν ἀγαθὴν ὁδὸν ὁ ἀδελφὸς

θῆσαι za ἀντιμιηχανήσασθαι" χαὶ μιὴν ἀγαθὴ ἡ τοῦ συγγενοῦς ἐπιτή-

N > τῷ A = 3 = / 2 “ A τῇ ὁευσις. OUZOUV χᾶι ALELS TU αυτῷ χάνονι στοιχησημιεν. LVÆ χανὶ. τοῦ

Ω fx D:

, x > Pr , FEPAVOU χαὶ τῆς L ναρρήσεως ἐπιτευξώμεθα ». ταῦτα εἰποῦσαι \ ἐς > > N -Ὁ 4 3. ἐν / = 1 € χαὶ τῇ ἀγαθῇ βουλῇ τὴν ἀρίστην ie προσεπιπλέζασαι, θεῷ éœu-

A \ “ ’ \ ᾽ τὰς διὰ τοῦ μονήρους χαὶ so προσχήματος ἀφιερώχασιν, Ava- Ν ee ῳ La ‘ \ A A στασὼ Th τοῦ ὁσίου θυγατρὶ χαὶ μόνῃ πρὸς Sous τοῦ ““ἔνους τὴν δ. A \ ᾿ » # - 2 παιδοποιΐαν χαὶ τὸν γάμον ἐπι τρέψασαι, % ἥτις τῷ δοθέντι συνευνασθεῖσα “,ἷ, 2 ; » 2 5 Nr cut yo τριῶν θυγατέρων χαὶ ἑνὸς υἱοῦ μήτηρ ἐγχαίΐφως ἀναδέδειχται. re » , # LA - r A A = "| ΜΞ ΄ 14 17. — Ἀλλ᾽ ἀπίωμεν ἤδη τῷ λόγῳ χαὶ τὴν ἐν τῷ Ἄθῳ τοῦ ἁγίου D \ ᾿ 1? û = ἘΣ δ᾽ A , , 5 , διχτριδὴν ἀνατάξασθαι, ὑψηλήν τε οὖσαν χαὶ ἀνωτέραν ἀνθρωπίνης ms \ 2 Ὡ“ , \ (2 € A ᾿ δ - » διχγωγῆς χαὶ βιώσεως, ὅμως ἀληθινὴν χαί, ὡς θεὸς ἰσχὺν τοῖς ἀγαπῶσι χαρίζεται, ὑπερτέρως τῶν πολλὼν χαὶ διχνυσθεῖσαν χαὶ χρηματί (ζουσαν: ἄρτι γὰρ αὐτοῦ τῷ Ἄθῳ χατοιχήσαντος χαὶ ὥσπερ ἐξ ἐφέσεως παλαιᾶς \ 7 ἐξ + χαὶ μεμεριμνημένης τῆς ἀσχήσεως ἀπολαύσαντος, μικρά τις ἐδόχε: ἐπί- € \ Ὁ \ νοια ἡ πρὸς χαχουχίαν χὐτῷ τοῦ σώματος ἐφευρισχομιένη ἐγχράτεια. HO N: S 2 ΄ - δὴ τοῦ Θεοστηρίχτου πάλιν τῷ Ὀλύμπῳ ὑπαναχωρήσαντος, Ἰωσήφ τινα μοναχὸν ἑταιρισάμενος, ὅστις ἐχ πολλοῦ προὐποχε τῷ Abo, per! 2. Ψῶ Ρ. -- ὃ. διε νίψασαι P: ἀνανήψασαι de ἀνανήφω, recouvrer ses sens, Kurtz. --- παραινέσεις Ρ. — T. éyeyévouvro P. — τί φησιν, ἔλεγον. Dans cette construction, qui paraît étrange au premier abord, τί nou — que veut dire? c'est-à-dire que croire ? que penser? Cf. plus loin, p. 40, 1. 25. Le sens est done : Elles se disaient : Pourquoi pleurer, ete. Kurtz. — 8. αἰδίω L. — 9. χοχυτῶν P. — 10. τὰ : τός P. — 12. παραζηλοῦσαι Ρ. — 18.

ἔταλτο LP. — 4. ὁδυρμόν P. — 5. ἐπεί : ἐπὶ P. — 6: ἀνα-

ἐπιπόθησε LVP. — 18. μονήοους βίον χαὶ ἀγ. P. — προσσχήματος V. ᾿Αναστασοῖίκ. — αἵ

Page 1