CIC
CHRONOLOGIE, 5. f. χρονογραφία, ας (ἡ).
CHRONOLOGIQUE, adj. χρονογραφικός, ἡ, dv CHRONOLOGISTE, 5. m. χρονογράφος, où (ὃ). CHRYSALIDE, s. f. χρυσαλλίς, δος (ἡ).
CHRYSOCOLLE, 5. f. χρυσοχόλλα., Ὡς (ἡ).
CHRYSOLITHE, 5. f. χρυσόλιθος,, ou (ὃ).
CHUCHOTEMENT, s. m. CaucnoTERE » 8. f.
CHUCHOTER , v. n. ψιθυρίζω, fut. ίσω. — ἃ Poreille de quelqu'un, τινί ou πρὸς τινά. Chuchoter ensemble, συμ--Ψιθυρίζω, fut. ίσω.
CHUCHOTEUR, 5. m. ψιθυριστής, où (ὃ) :
ψίθυρος, ou (ὃ).
CHUT! interj. οἴγα.
CHUTE, s. f. action de tomber, πτῶσις, eu (ἡ). Faire une lourde chute, tournez, se casser en tombant, πεσὼν ouv-roiomat, fut. τριφθήσομαι. || Chute des cheveux, ἡ τῆς κόμης ἀποῤῥοή, ἧς. Chute des feuilles, φυλλόῤῥοια, ας (ἡ). |] Chute d’eau, καταῤῥάχτης, οὐ (ὃ). || La chute d’un si grand empire, ἡ τοιαύτης ἀρχῆς καταστροφή, ce
Cure, faute où mauvais succès, σφάλμα, aroç (τὸ) : πταῖσμα, aroç (τὸ). Chute dont on ne peut se relever, πταῖσμα ἀνεπανόρθωτονᾳ ou (τὸ).
CHYLE, 5. m. χυλός, où (6).
CI, adv. ici, ἐνταῦθα. Par-ci par-là, ἔνθα χαὶ ἔνθα : τῇδε κἀκεῖσε. Celui-ci, οὗτος, αὕτη,
τοῦτο : ὅδε, 0e, τόδε. Get homme-ci, οὗτος ὁ
ἀνήρ. Cette année-ci, τοῦδε τοῦ ἔτους. Ci-dessus, ἄνω : ἀνωτέρω. (Ci-devant, πρόσθεν πρίν
: τὸ πρίν. Nous avons dit ci-dessus, προ-ει-οήχαμεν (parf. de προ--αγορεύω, fut. mpo-epo). Ci dessous, χάτω : κατωτέρω. Ci-après, ἐν τοῖς ἑξῆς. Comme nous dirons ci-après, ὡς μέλλομεν λέγειν (μέλλω, fut. μελλήσω : λέγω», fut. λέξω). Cijoint, προσεηρτημιένος, n, ον (partic. parf. passif de npoo-apréw, ὥ, fut. mou). (Ci-git, ὧδε χεῖται (κεῖμαι, fut. κείσομαι).
CIBLE, 5. f. σκοπός; où (6).
CIBOIRE, 9. m. χιθώριον, ou (τὸ).
CIBOULE, s. f. plante, γήθυον, ou (τὸ).
CICATRICE, s. f. οὐλή, ἧς (ἡ) : oran, ἧς (ἡ). On voyait encore ses cicatrices, τῶν τραυμάτων ἔτι φανερὰς εἶχε τὰς ὠτειλάς (ἔχω, fut. ἕξω).
CICATRISATION, s. f. ἀπούλωσις, εως (ἡ).
CICATRISER, νυ. a. οὐλόω ou ἐπ-ουλόω où καταουλόῳ OÙ ἀπ-αουλόω OU συν-ουλόω, ὦ » 784.