STA
εὐφυής, ἧς, ἐς (comp. ἔστερος, Sup. ἐστατος) : ὀξύς, εἴα, ὕ (comp. ὕτερος, Sup. ὑτατος). Trait gpirituel, ᾿ἀστεῖσμιός, οὔ (ὁ) : ῥῆμα ἀστυχον,
οὖ (τὸ). Réponse spirituelle, τὸ ἀστείως TO
χριθέν, gén. ἐντυς (partic. aor. passif. α' ἀπο-χρίνομιαι, fut. χρινοῦμαι). Figure spirituelle, ἡ χατὰ τὴν ὄψιν εὐφυΐα, ae.
SPIRITUELLEMENT, adv. avec esprit, ἀγχίνως : ἀστείως : ἀστυχῶς : εὐτραπέλως : χαοἰέντως. || Dans l’ordre spirituel ou mystique, πνευματιχῶς, Eccl.
SPIRITUEUX, eusE, adj. πνευματώδεης, Ὡς, ἐς.
SPLEEN , 5. m. μελαγχολία, ας (ἡ)- Qui a le spleen, μελαγχολικός, ἡ, dv. Avoir le spleen, μελαγχολάω, ©; fut. oo.
SPLENDEUR, 5. f. λαμπρότης, ἡτὸς (ἡ).
SPLENDIDE, adj. λαμπρός, ἅ, ἐν (comp.
ὄτερος, SUP. ὁτατος) : πολυτελής, ἧς, ἐς (comp. ἔστερος, SUP. ἑστατος).
SPLENDIDEMENT, adv. λαμπρῶς τελῶς.
SPLÉNIQUE, adj. σπλιηνικός, ἡ, ὄν.
SPOLIATEUR, s. m. συλητής, où! (0).
SPOLIATION, s. f. σύλησις, εὡς (ὃ):
SPOLIER , v. a. συλάω, ὦ, fut. row, acc.
SPONDAIQUE, adj. σπονδαῖχκός, ἡ, ὅν, SPONDÉE, 5. m. σπονδεῖος, οὐ (δ).
SPONDYLE, 5. m. σπόνδυλος où σφόνδυ- A0, οὐ (ὁ) : σπονδύλιον où σφονδύλιον, cu (τὸ). SPONGIEUX , εὐθε, adj. σπογγοειδής, ἧς, ἐς : σπογγώδης, ns, ες.
SPONGITE, 5. ἢ.
ou. (sous-ent. λίθος).
SPONTANÉ, ἐπ, adj. αὐτόματος, ος, ον.
D'un mouvement spontané, αὐτομάτως αὐτομάτου.
SPONTANÉITÉ , 5. f. τὸ αὐτόματον, OU.
SPONTANÉMENT, adv. αὐτομάτως.
SPORADE et SPORADIQUE, adj.
SPUTATION, 5. f. πτυελισμός, où (6).
SQUAMMEUX, euse, adj. λεπιδώδης, Ὡς, ες.
SQUELETTE , 5. m. σχελετόν, οὔ (τὸ). Qui ressemble à un squelette, σχελετώδης, Ὡς, ec. SQUILLE, 5. f. sorte d'oignon, oxilla, ns (ἡ). SQUINANCIE, 5. f. voyez Esqunancis.
SQUIRRE , s. m. σχίῤῥος, ou (6).
SQUIRREUX , eus, adj. σχιῤῥώδης, NS, EG.
STABILITÉ, s. f. βεθαιότης, (ἡ).
pierre, ὁ σπογγίτης;
ς AT