VOM
VOLUPTÉ, s. f. ἡδονή, ἧς (ἡ). Goûtdes voluptés , a. ας (ἡ): :τρυφή, ἧς (ἡ).
Être l’esclave de la volupté, ταῖς ἡδοναῖς dou. λεύω, fut. εὐσω. Céder au charme de la volupté , τῆς ἡδονῆς ἥσσων ou ἀκρατής εἰμι, Put. ἔσομαι : τῆς ἡδονῆς ἡσσάομαι, ὦμαι, fut. ἡσση: θήσομαι: τῇ ἡδονῇ ἁλίσχομαι, μι. ἁλώσομιαι.
Se plonger dans les voluptés, ταῖς ἡδοναῖς ἐμαυτὸν ἐπι- δίδωμι ou παρα-δίδωμι, μι. δώσω.
VOLUPTUEUSEMENT, adv. ἁθρῶς : μο.λαχῶς : τρυφερῶς,
VOLUPTUEUX, eus, adj.
(comp.
(comp. wrepoc," sup, ὦτατος) : τρυφερός, d, dy (comp. ὦτερος, sup. wraros). Vie voluptueuse, δίαιτα, Ὡς : τρυφή, ἧς (ἡ). Mener. une: yiewvoluptueuse, à, fut. ἥσω : τρυφάω, &, fut. now. Les personnes voluptueuses, οἱ ἁθροί, ὧν : οἱ ἡδυπαθεῖς, ἔων (pl. de ἡδυ-
ὅτερος, SUP. ὁὅτατος).: μαλακός, ἡ, ὅν
mabns ; ms rés) 216 τρυφῶντες, ὧν (partic. de τρυφάω, ὦ, fut. “ow).
VOLUTE, 5. f. ἕλιξ, ικος (ἡ).
VOLVUEUS, 5. m. eieds, οὔ (0).
VOMIQUE, s. f. abcès, ἀπόστημα, ατὸς (τὸ) : ἐχπύημα, ατος (τὸ).
VOMIR, υ. a. ἐμέω, ὦ, fut, Faire vomir, ©, fut, ὕσω, acc.
Envie de vomir, éuecia, ας (ἡ) : ναυτίας ας (ἡ). Avoir envie de vomir, ἐμετιάω, ©, fut.
ἄσω. Vomi, ie, éur-
ἐμέσω, acc.
ἄσω : ναυτιάω, ὦ, fut, μεσμιένος, Ἢ) ον : ἐμετός, ἡ, ὃν, Rejeler tou rendre en vomissant , à , fut. εἐμέσω, acc. : ἐξ-ερεύγομαι, fulitepeu— Éqmar, acc. : ἐξπεράω, ©, ful. ἄσω, acc. | Au fig. Vomir des flammes, πῦρ ἐχ-τρήγνυρι, fut. ρίξω, ou ἐρεύγομαι cou ἐξ--ερεύγομαι, fut.
ερεύξομαι, Vomir des flots, χύματα ἐρεύγομιαι,.
fut. ἐρεύξομαι. Vomir de méchants vers, ῥα-ψῳδίας ἀπ-εμέω, ©, fut. ἐμέσω, Luc. Vomir des injures contre. quelqu'un, λοιδορίας τινὸς χατ-αντλέω, ὦ, ἥσω, OU κοτοι-χέω, JUL. χεύσω, Basil. : πᾶσαν βλασφημίαν εἴς τινα ἀποῤε-ῥίπτω, fut. ῥίψω, Hérodn.
VOMISSEMENT , 5. m. action de: vomir, ἐμετός, οὔ (0): ἔμεσις, εὡς (ἡ). || Ce quon a vomi, ἔμεσμοι, ατος (ro): ἐξέραμα,, ἀτὸς (τὸ).
VOMITIF , τινε, adj. ἐμετικός,, ἡ, ὅν. || Subse. Un vomitif, ἐμιετήριον, οὐ (τὸ). En administrer un à quelqu'un, τινὰ ἐμετηρίζω, futism