ZEB
ζλαλιε, s. J. sorte de javelot, ἄκων, οντος (ὁ) : ἀκόντιον, cu (τὸ).
ZAIN, adj. m. μιογόχρους, ous, ouv.
YPR
φανερά OU δῆλά ἐστι ταῦτα : ἔστι ταῦτα τῶν οὐκ ἀδήλων. || 4 cela, en cela, τούτῳ ou τούτοις, πρὸς τοῦτο OU πρὸς ταῦτα. J'y répondrä, πρὸς ταῦτα μέλλω ἀπο-χρινεῖσθαι (ἀπο-χρίνομαι, Jul. χρινοῦμαι). J'y penserai, μελήσει μοι τούτου (μέλει, fut. μελήσει). Je n’y puis que faire, οὐδὲν περὶ τούτων ποιεῖν ἔχω, ful. ἕξω.
YACHT , s. m. ἀκάτιον, cu (τὸ).
YÉBLE , s. m. voyez Ἠϊιὲέβιε.
YEUSE, 5. f. arbre, πρῖνος, οὐ (x). D'yeuse, πρίνινος, Ἢ) OV.
YEUX , 5. πι. pl. ὀφθαλμοί, ὧν (οἷ) : ὄμματα,»
ὧν (τὰ) : ὄψεις, ewy (ai). Voyez Οἱ, YPRÉAU, 5. m. arbre, ἡ πλατύφυλλος πτελέα, ἂς. .
ZEL
ZÉLATEUR, 5. m. ζηλωτής, οὔ (ὃ).
ΖΕΙΕ, 5. m. σπουδή, ἧς (ἡ) : προθυμία, ας (ἡ). — pour quelque chose, εἴς où πρός τι.
ZÈBRE, s. m. animal, ὁ ῥαδδωτὸς ὄνχγρος, ou. | Mettre du zèle à quelque chose, μερί τι σπου -