SA
ECH Échauffant, ante, adj., ϑερμαντιχ-ός, #,
Echauffement, n.m. 1 Action d’échauffer, UE εως (à). || 2 État d’un corps échauffé, Sépu-n, nc (ἢ); ϑερμασί-α, ας (à).
Échauffer, v. tr. 1 Rendre chaud, ϑερμαίνειν, ϑερμαίν -ω, fut. Sepuav-&@, acc. || 2 Animer, enflammer, ἐχχαί-ειν, ἐχχαί-ω, fut. ἐκκαύσ-ω, acc. ;- παροξύν-ειν, παροξύνω, fut. παροξυν-ῶ, acc. — s’Echauffer, v. pr., 1 Devenir chaud, ϑερμαίν-εσθαι, Sepuaiv-ouor, fut. ϑερμανθήσ - ομαι. || 2 S’emporter, s’irriter, παροργίζ-εσθαι, παροργίζ-ομαι, fut. παροργισθήστ-ομαι: ἀγαυω. — Échauffé, ée, part. passé et adj.,
Échauffure, n. f., voyez Échauboulure.
Echéance, n.f., jour de payement, προθεσμί-α, ας (ἡ), Ou κυρί-α, ας (ἢ). Sous-ent. εἡμέρα.
Échec, n. m., manque de réussite, πταῖσμα, πταίσματ-ος (τό); ἧττ-α, nc (ἡ). Éprouver, subir un échec, πταί-ειν, πταί-ω, fut. πταίσ-
Echecs, n.m. pl., jeu, πεσσεί-α, ας (ὃ).
Echelle, n. f., χλίμαξ, xAiuax-oc (ὁ).
Echelon, ἢ. m., βαθμ-ός, où (6); χλιμαχτñe, χλιμακτῆρ-ος (6). Par échelons, χλιμα- “χηδόν.
Echelonner, v. tr., disposer par échelons, χλιμαχηδὸν διατιθέναι, διατίθημι, fut. διαθήσ- w, acc.
Echeniller, v. tr., ôter les chenilles, χαμπῶν χαθαίρ-ειν, καθαίρ-ω, fut. καθαρ-ῶ,
Écheveau, ἢ. m., peloton de fil, τολύπ- Mns (À); ἀγαθ-ίς, ἀγαθίδος (ἡ).
Échevelé, ée, adj., τὴν κόμην ἄταχτ-ος, ος,
Échine, π. f., épine du dos, ῥάχοις, εως (ὃ).
Échiner, v. tr. 1 Rompre l’échine, payiteuv, ῥαχίζ-ω, fut. ῥαχίσ-ω, acc. || 2 Assommer, ἀλο-ᾷν, ἀλο-άω, ὦ, fut. &loño-w,
Échiquier , ἢ. m., | Damier, ἄθαξ, ἄθαχος (ὃ). || 2 Filet, δικτύδι-ον, ον (τό).
Echo, n. m., ἠχώ, ἠχ-όος, οὖς (*). Faire écho à, ἀντηχ-εῖν, ἀντηχ-έω, ©, fut. ἀντηχήσ- .w, dat.
Échoir, v. intr. 1 Étre dévolu par le sort, χληρ-οὔσθαι, χληρ-όομαι, οὔμαι, fut. χληρωθήστομαι. || 2 Si le cas échoit, le cas échéant, ἐὰν τύχῃ (τυγχάνω).
Échoppe, n. f., petite boutique en planches, YÉB-ov, ou (τό).
Échouer, v.intr. 1 Étre poussé sur un basfond, τοῖς σχοπέλοις περιπίπτ-ειν, περιπίπτw, fut. περιπεσ-οῦμαι, dat.; προςχρού-ειν, προςχρούτω, fut. προςχρούστω; προςπταίειν, προςπταί-ω, fu. προςπταίσ-ω, προςοχέλλ-εῖιν, προςοχέλλτω, fut. προςοχελ-ῶ, dat. || 2 Ne pas réussir , ἀποτυγχάν-ειν ἀποτυγχάν-ω, fut. ἀποτεύξοομαι; ἐχπίπτ-ειν, ἐχπίπτ-ω, fut. ἐχπεσ - οὔμαι : ἁμαρτάν -ειν.