SUB ASS
su, n. m. S’empliie dans la locution : Au æœ de tout le monde, συνειδότων πάντων.
Suaire, ἢ. M., σιν) τών, 6vos (ἡ).
Suant,ante,adj., χάθιδρ-ος, ος, ον.
Suave, adj., ἡδ-ύς, εἴα, 0 (comp. ἡδίτων, SUP. ἥδειστος).
Suavité, ἢ. m., ἡδ-ύ, éoc (τό).
Subalterne, adj., ὑποτεταγμέν-ος, ἡ, ον.
Au figuré, inférieur, ἐλάσσ- ἐν, ὧν, ον.
Subdélégation, n. f., ἐπιτροπ-ή, ἧς (ἡ).
Subdéléguer, v. tr., ἐπίτροπον χαθιστάναι, χαθίστημι, fut. xatactrho-w, ace. — Subdélégué, ée, part. passé et adj., ἐπίτροπ-ος, 06, ον. Un suhdélègué , ἐπίτροτο 06 , OU (0).
Subdiviser, v. tr., ὑποδιαιρ-εἶν, ὑποδιχιρ éw, ὦ, fut. ὑποδιαιρήστω,, acc.
Subdivision, n. f., ὑποδιαίρεσ-ις, εως (ἡ).
Subir, v. tr., ὑπέχ-ειν, ὑπέχ-ω, fut. ὑφέξ-ω, acc.
Subit,ite, adj., αἰφνίδι-ος, oc, ον.
Subitement, adv., ἐξαίφνης, αἰφνιδίως, αὐτίχα.
Subito, adv., ἐξ ἀπροςδοχήτου.
Subjection, n. f., ἐρώτησ-ις, εως (ἡ).
Subjonctif, n. m., ὑποταχτιχ- ἡ, ἧς (δ), sous-ent. ἔγχλισις.
Subjuguer, v. tr. 1 Assujettir, χειρ- οὔσθαι, χειρ-όομαι, οὔμαι, fut. χειρώσ-ομαι, acc.; δουλ-οῦν, δουλ-όω, &, fut. δουλώσ-τω,, ace.
[| 2? Exercer de l'empire, προςάγ-εσθαι, προςάγτομαι, fut. προζάξ-ομαι, acc. — Subjugué, ée, part. passé et adj., doux ος, Ἢ) Ov.
Sublime, adj., ὑψηλ-ός, ἡ, 6v (sup. ὑψηλὁτατοςῚ. Le sublime, ὕψ-ος, εος, ous (té).
Sublimement, adv., ὑψηλῶς.
Sublimer, v. tr., ἀτμιδ-οῦν, ἀτμιδ-όω, ὦ, fut. ἀτμιδώσ-ωὠ, 800, — Sublimé, ées part. passé et adj., ἀτμιστ-ός, ἡ, όν.
Sublimité , n. f., ὕψ-ος, eoc, ouc (té).
Sublingual, 416, adj., ὑπογλώσσι-ος, α, ον.
Sublunaire , adj., ὑποσέλην-ος, oc, ον.
Submerger, v.ir. 1 Inonder, χαταχλύζεοειν, χαταχλύζ-ω, fut. χαταχλύσ-ω, acc. || 2 Plonger dans l’eau, χαταδύ-ειν, καταδύ-ω, fut.
χαταδύσ-ω, acc. Submerger dans la mer, χαταποντίζ-ειν, χαταποντίζ-ω, fut. χαταποντίσ-ω,, ACC.
Submersion, n. f. 1 Inondation, χαταχλυσμ-ός, où (6). || 2 Action de plonger dans l’eau, κατάδυσ-ις, ews (ñ).
Subodorer, v. tr., ῥινηλατ -εῖν, ῥινηλατέω, ὦ, fut. ῥινηλατήσ-τ-ω, acc.
Subordination, n.f., ὑποταγ-ή, ἧς (δ).
Subordonnément, adv., χαθ᾽ ὑποταγήν.
Subordonner, v.tr., ὑποτάσσ-ειν, ὑποτάσαw, fut. ὑποτάξ-ω, aCC.— Subosdonné,ées part. passé et adj., ὑποτεταγμέν-ος, n, ον. Un subordonné, ὑποτεταγμέν-ος, ou (ὁ).
Subornation, ἢ. f., διαφθορ-ά, ἂς (ἡ).
Suborner, v.tr., διαφθείρ-ειν, διαφθείρτ-ω, fut. διαφθερ-ὦ, acc.
Suborneur, n. m., διαφθορ-εύς, éws (6).
Suhorneuse, ἢ. f., διαφθείρονστα,, ἧς (à),