‹ Dictionnaire français-grecChapitre 469 sur 547 · SUB ASS · texte numérisé non relu

SUB ASS

su, n. m. S’empliie dans la locution : Au æœ de tout le monde, συνειδότων πάντων.

Suaire, ἢ. M., σιν) τών, 6vos (ἡ).

Suant,ante,adj., χάθιδρ-ος, ος, ον.

Suave, adj., ἡδ-ύς, εἴα, 0 (comp. ἡδίτων, SUP. ἥδειστος).

Suavité, ἢ. m., ἡδ-ύ, éoc (τό).

Subalterne, adj., ὑποτεταγμέν-ος, ἡ, ον.

Au figuré, inférieur, ἐλάσσ- ἐν, ὧν, ον.

Subdélégation, n. f., ἐπιτροπ-ή, ἧς (ἡ).

Subdéléguer, v. tr., ἐπίτροπον χαθιστάναι, χαθίστημι, fut. xatactrho-w, ace. — Subdélégué, ée, part. passé et adj., ἐπίτροπ-ος, 06, ον. Un suhdélègué , ἐπίτροτο 06 , OU (0).

Subdiviser, v. tr., ὑποδιαιρ-εἶν, ὑποδιχιρ éw, ὦ, fut. ὑποδιαιρήστω,, acc.

Subdivision, n. f., ὑποδιαίρεσ-ις, εως (ἡ).

Subir, v. tr., ὑπέχ-ειν, ὑπέχ-ω, fut. ὑφέξ-ω, acc.

Subit,ite, adj., αἰφνίδι-ος, oc, ον.

Subitement, adv., ἐξαίφνης, αἰφνιδίως, αὐτίχα.

Subito, adv., ἐξ ἀπροςδοχήτου.

Subjection, n. f., ἐρώτησ-ις, εως (ἡ).

Subjonctif, n. m., ὑποταχτιχ- ἡ, ἧς (δ), sous-ent. ἔγχλισις.

Subjuguer, v. tr. 1 Assujettir, χειρ- οὔσθαι, χειρ-όομαι, οὔμαι, fut. χειρώσ-ομαι, acc.; δουλ-οῦν, δουλ-όω, &, fut. δουλώσ-τω,, ace.

[| 2? Exercer de l'empire, προςάγ-εσθαι, προςάγτομαι, fut. προζάξ-ομαι, acc. — Subjugué, ée, part. passé et adj., doux ος, Ἢ) Ov.

Sublime, adj., ὑψηλ-ός, ἡ, 6v (sup. ὑψηλὁτατοςῚ. Le sublime, ὕψ-ος, εος, ous (té).

Sublimement, adv., ὑψηλῶς.

Sublimer, v. tr., ἀτμιδ-οῦν, ἀτμιδ-όω, ὦ, fut. ἀτμιδώσ-ωὠ, 800, — Sublimé, ées part. passé et adj., ἀτμιστ-ός, ἡ, όν.

Sublimité , n. f., ὕψ-ος, eoc, ouc (té).

Sublingual, 416, adj., ὑπογλώσσι-ος, α, ον.

Sublunaire , adj., ὑποσέλην-ος, oc, ον.

Submerger, v.ir. 1 Inonder, χαταχλύζεοειν, χαταχλύζ-ω, fut. χαταχλύσ-ω, acc. || 2 Plonger dans l’eau, χαταδύ-ειν, καταδύ-ω, fut.

χαταδύσ-ω, acc. Submerger dans la mer, χαταποντίζ-ειν, χαταποντίζ-ω, fut. χαταποντίσ-ω,, ACC.

Submersion, n. f. 1 Inondation, χαταχλυσμ-ός, où (6). || 2 Action de plonger dans l’eau, κατάδυσ-ις, ews (ñ).

Subodorer, v. tr., ῥινηλατ -εῖν, ῥινηλατέω, ὦ, fut. ῥινηλατήσ-τ-ω, acc.

Subordination, n.f., ὑποταγ-ή, ἧς (δ).

Subordonnément, adv., χαθ᾽ ὑποταγήν.

Subordonner, v.tr., ὑποτάσσ-ειν, ὑποτάσαw, fut. ὑποτάξ-ω, aCC.— Subosdonné,ées part. passé et adj., ὑποτεταγμέν-ος, n, ον. Un subordonné, ὑποτεταγμέν-ος, ou (ὁ).

Subornation, ἢ. f., διαφθορ-ά, ἂς (ἡ).

Suborner, v.tr., διαφθείρ-ειν, διαφθείρτ-ω, fut. διαφθερ-ὦ, acc.

Suborneur, n. m., διαφθορ-εύς, éws (6).

Suhorneuse, ἢ. f., διαφθείρονστα,, ἧς (à),

Page 1