COR
ἧς (ἢ). [2 OEuvre du copiste, ἀντίγραφ-ον,
ou (té).
Copier, v.tr. 1 Transcrire, μεταγράφ-ειν, μεταγράφ-ω, fut. μεταγράψ-ω, acc. Ἕ Imiter, μιμ-εῖσθαι, μιμ-έομαι, οὔμαι, fut. μιμήσομαι, ACC.
Copieusement, adv., ἀφθόνως.
Copieux, euse, adj., ἄφθον-ος, ος, ον (comp.
ἀφθον-ώτερος, sup. ἀφϑον-ώτατος).
Copiste, ἢ. m., μεταγραφ-εύς, ἕως (6).
Copulatif, ive, adj., συμπλεχτικ-ός, ἡ, ὄν.
Coq, n. m., ἀλεχτρυ-ών, ὄνος (6).
Coq-à-l'âne, n. m., discours extravagant, μωρολογί-α, ας (à).
Coque, n. f., κέλυφ-ος, eos, ους (τό). Coque || de navire, σῶμα, σώματ-ος (τό). |
Coqueluche, n. f., πυχνοτέρ-α βήξ, βηχ-ός (ἢ). Les deux mots se déclinent.
Coquemar, n. m., vase à faire bouillir de l’eau, ἑψητήρι-ον, οὐ (τό).
Coquet, ette, adj., or, ñ, ὄν.
Une coquette, ἑταιρ-ίς, ἰδος (ἡ).
Coqueter, v.intr., user de coquetterie, ἀρεσχεύ-εσθαι, ἀρεσχεύ-ομαι, fut. ἀρεσχεύοσομαι; χαλλωπίζ - εσθαι, χαλλωπίζ-ομαι, fut.
fr 5 D n.m. 1 Marchand d'œufs et de volailles, ἀλεχτρυονοπώλ-ης, ov (ὃ). |] 2 Petit vase pour recevoir les œufs cuits, ὠοδόχ-
Coquetterie, n. f., ἀρέσκει-α, ας (ἢ) ; καλλωπισμ-ός, où (6).
γρν εὐ τὰ ἐδ n. m., κόγχ-η, ἧς (ἢ) ; χογχύλιον, ou (τό).
Re n. Î., ὄστραχ-ον, ou (τό) ; κόγχτ-η, ἧς (ἢ).
Coquin, ine, adj., φαῦλ-ος, ἡ, ον (comp.
y τεμέος, SUP. φαυλ-ότατος) ; πονηρ-ός,
j ᾿ (COMP. πονηρ-ότερος, SUP. πονηρ-ότατος).
Coquinerie, n. f., φαυλότης, φαυλότητ-ος (ἢ); πονηρί-α, ας ().
Cor, n. m. 1 Instrument, χέρας, κέρατ-ος Ou χέρα-ος, ὡς (τό); σάλπιγξ, σάλπιγγ-ος (ὃ). Ι 2 Duriilon aux pieds, ἦλ-ος, ον (6), τύλ-ος, ou (6).
Corail, ἢ. m., χοράλλι-ον, ον (τό).
Coralline, π. f., sorte d’algue pierreuse, φῦχ-ος, εος, OUG (τό).
Corbeau, n. m. 1 Oiseau, χόραξ, χόραχ-ος ja I 2 Grappin d’abordage, Eu6o-ov, ou té).
Corbeille, n. f., χάλαθ-ος, οὐ (6).
Corbillard, ἢ. m., νεχροφόρ-ον ὄχημα, ὀχή;-
rs (τό). Les deux mots se déclinent.
orbillon, n. m., χαλάθι-ον, ou (τό).
Corbin, n. m., corbeau, dans la vieille langue, χόραξ, χόραχ-ος (δ). Bec-de-corbin, prranée d’une canne recourbée, ἀγκχύλ-η