Le vizir le manda et lui communiqua le désir du calife
+ x 1 " * 1 \ — Ὦ χραταιε Βεζυρη ἀπήντησεν ὁ ἐμπορος, Hi) κρίνῃς ποτε 4: :
ἐκ τοῦ ἐξωτερικχοῦ τὸν εὐτυχῆ ἄνθρωπον. ᾿Ἰ1δέ! Fr «. ΠΝ ΄ Καὶ γυμνώσας τὸν πόδα του, ἔδειξε πληγὴν αἱμάσσουσαν ἕλχος βδελυρόν, ἀποτρόπαιον τὴν ῃέαν.
Θὰ ἔξἔδιῶχ! ὅλον χοῦ 70: λοῦτον χαὶ Gxour ὅσον [ὲ - L εοιοα Ὅλον μου Ὧν πλοῦτον XL TAOUT, 0TOY J. ἐσύναζα᾽ μέγρ' τέλους τῆς ζω μου, ἐξηθολούθησε στενάζων ὁ » “ LH, 4 [ἐ ἔμποοος, ἂν ἠδυνάμη, 4 θεραπεύσω τὴν πληγὴν ταύτην, ἥτις s
Ἤιο οὗτος Sa τις TE εσθύτης, ζῶν εν ἐρημίᾳ χαὶ μονώσε: χαὶ χατοαγινόμενος ἀγενδότως εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀποχρύφων
MES ns 3 ἐπιστημῶν ἐν τῷ μέσῳ /OIVUY, φιαλῶν, πυραύνων, “χειρογρά- ΞΞ !
φων χαὶ TOY τοιούτων.
Θὲ #2 1 Pr 2 - ΞΕ εὐ τος ΣΕΥ AE me es ε = AVE A — Θὰ ἤμην τῷ ὄντι εὐτυχής, ἀπήντησεν ὁ πρεσδύτης, ἂν , " LA 3 “" \ ct - La χατώρθουν ν᾽ ἀνεύρω εχεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ.
; APUTATEY ὃ Βεζύρης.
γι τὶ « τς - <a o D et ἣν
99. --- Τὴν φιλοσοφικὴν λίθον. Ἔτη πολλὰ ἐργάζ ζομαι ἀδιαλείπτως πρὸς τοῦτο᾽ παρήτησα πᾶσαν ie χαὶ ἀπόλαυσιν τοῦ βίου, ἀπεχωρίσθην. τῶν ὁμοίων μου, χατέχαυσα βαρμίθυς τὰς χεῖρας μου, ἐδαπάνησα ὅλην μου τὴν περιουσίαν εἰς Rires ται
ù Ὕ , 2 el 5 ce χαὶ, δὲν ἦλθα εἰς ἐξαγόμενον χανέν. "Evo νομίζω ua ἐχάστην
ὅτι φθάνω εις τὸ ἐπιθυμητὸν TE! OU, ἢ SRITUY LOL le τῶν - ΟΣ ΠΟ Ἕ [ὃ et
EP UY μου. Βλέ ETELC AUTO F7 ELRE ὃειχ νύων φιαλί OL0Y OTES
ef 207 ! ἮΝ \ \ 9 !
OT£0 LOLŒLE © “ερσὶ χατεσχευασᾶα. ᾿Ολίγαι L ΟΟχιμα!, μον TOHELYOU-
! 5 LEA 5 9. \ ne \ σιν ὀχόμιη " χαὶ ἂν εἰς αὐτὰς απτοτύ ζω; auto θὰ νοὶ δώσῃ τὴν:
" - A] ’ s A Ν λεσε τὸν nn σιδηρουργὸν πλήρ = 5) LA 9 LEA A \ \ 3 18 2 ie εἰς τὴν πρόσχλησιν ἀπορῶν διὰ τὴν τιμὴν χαὶ ἐλπίζων
el QUES ER r = κι μήπως ἤθελον νὰ τὸν ἐπιφορτήσωσι μὲ ἐπιχερδῇ ἐργασίαν, διὸ \ » > La Ÿ , χαὶ παρουσιάσθη μὲ ὄψιν φαιοράν.
Ἔμαβθον, τῷ εἶπεν ὁ Βεζύρης, ὅτι εἶσαι εὐτυγισμένος μ » T EL ELUONG, OTL ELSO, εὔτυχ! "σμε γος
" " o Fr ἄνθρωπος. Ets διάστημα ἕξ à
di ὯΝ ς “ sis -Θ (4 a
1. PGr. 8 255. — 3. Pour συνῆγον. Impr. du grec parlé συνάζω (= συνάγω). PGr.. S 250. — 3. Forme de grec usuel, pour εὐτυχὴς
πὰ Pr LU κ᾿ à = ἡ σσοολης, OOTLS UE προσ-
— Puissant vizir, répondit le marchand, ne jugez jamais du bonheur sur l’apparence. Voyez!
Et se déchaussant, 1l montra une plaie saignante, un ulcère repoussant et horrible à voir. |
— Je donnerais toutes mes richesses présentes οἱ toutes celles que j’amasserais jusqu’à la fin de ma vie, poursuivit le marchand en soupirant, pour pouvoir guérir cette plaie qui est inguérissable.