Mots doubles
Quatre causes produisent la froideur dans le style. D'abord, les mots doubles !. Lycophron® disait : le ciel à plusieurs faces (xokurpécumov), la terre aux grandes montagnes (μεγαλο-χορύφου), un rivage à l'étroit passage (στενοπόρον). Gorgias disait: un flatteur habile à mendier {πτωχόμουσος), ayant exigé le serment (ἐπιοῤχίσαντας), et ayant respecté Le serment (κατευορχίσοντας), Alcidamas a dit : l'âme pleine de colère et le visage couleur de feu. (πυρίχρων) ; « Il pensa.que son ardeur arriverait à les porter au but (rekecgopov.……. γενήσεσθαι) » et “Ὁ Il rendit la persuasion des paroles capable de conduire au but (τελεσφόρον). Il dit aussi: « La plaine de la mer à /a couleur asurce (χυχνόχρων). Tous ces mots semblent poétiques parce qu'ils sont doubles 5,
ΒΒ... Mots étrangers.
Voilà une première cause. On en trouve un autre dans l'emploi des inots étrangers. Lycophron appelle Xerxès l'Aommecolosse (πέλωρον ἄνδρα) ; pour lui, Sciron est un. Aomme-fléau (σίννις ἀνήρ) ; Alcidamas trouve dans la poésie un passe-temps (ἄθυρμα) +; il parle de la folie de la nature (ἀτασθαλίαν) ; d'un homme excité ( τεθηγμένον) par l’indomptable fureur de la pensée.
$ III. Abus des épithètes.
La troisième cause est dans l'emploi des épithètes, ou longues on intempestives, ou trop fréquentes. On peut bien, en poésie, dire Le lait blanc ; mais, en prose, ou bien les épithètes conviennent moins, ou bien, si on les emploie à satiété, elles annoncent le travail, et font évidemment l'effet de la poésie. On peut sans doute faire usage de la poésie, qui rend le style moins
306 | . PHTOPIKH.
ποιεῖ τὴν λέξιν. Αλλὰ δεῖ στοχάξεσθαι τοῦ μετρίου" ἐπεὶ δὲ, τὸ χαχῶς. Διὸ τὰ ἀλκιδώμαντος ψυχρὰ φαίνεται "οὐ γὰρ ἡδύσματι χρῆται, ἀλλ᾽ ὡς ἐδέσματι, τοῖς ἐπιθέτοις, οὕτω πυχνοῖς, καὶ μείζοσι, καὶ ἐπιδήλοις" οἷον, οὐχ ἱδρῶτα, ἀλλὰ τὸν ὑγρὸν ἱδρῶτα" καὶ οὐχ, εἰς ἴσθμια, AN εἰς τὴν τῶν ἰσθμίων πανήγυριν" καὶ οὐχὶ νόμους, ἀλλὰ τοὺς τῶν πόλεων βασιλεῖς νόμους" καὶ οὐ δρόμῳ, ἀλλὰ δρομαίᾳ τῇ τῆς ψυχῆς ὁρμὴ" καὶ οὐχὶ μουσεῖον, ἀλλὰ τὸ τῆς φύσεως πχραλαξὼν μουσεῖον" καὶ σχυθρωπὸν τὴν φροντίδα τῆς ψυχῆς" καὶ οὐ χάριτος, ἀλλὰ πανδήμου χάριτος δημιουργός" καὶ οἰκονόμος τῆς τῶν ἀκουόντων ἡδονῆς" καὶ οὐ κλάδοις, ἀλλὰ τοῖς τῆς ὕ)ης κλάδοις ἀπέχρυψε" καὶ οὐ, τὸ σῶμα παρήμπισχεν, ἀλλὰ τὴν τοῦ σώματος αἰσχύνην, χαὶ ἀντίμιμον τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιθυμίαν" (τοῦτο δ᾽ ἅμα χαὶ di πλοῦν καὶ ἐπίθετον, ὥστε ποίημα γίγνεται), καὶ οὕτως ἔξεδρον τὴν τῆς μοχθηρίας ὑπερθολήν. Διὸ ποιητικῶς λέγοντες, τῇ ἀπρεπείς: τὸ γελοῖον καὶ τὸ ψυχρὸν, ἐμποιοῦσι, καὶ τὸ ἀσαφὲς διὰ τὴν ἀδολεσχίαν" ὅταν γὰρ γιγνώσκοντι ἐπεμδάλλῃ, διαλύει τὸ σαφὲς τῷ ἐπισχοτεῖν, Οἱ δὲ ἄνθρωποι τοῖς διπλοῖς χρῶνται, ὅταν ἀνώνυμον 7, χαὶ ὁ λόγος εὐσύνθετος, οἷον τὸ χρονοτριδεῖν" ἀλλ᾿ ἂν πολὺ, πάντως ποιητικόν. Διὸ χρησιμωτάτη à διπλῆ λέξις τοῖς διθυραμξοποιοῖς" οὗτοι γὰρ ψοφώδεις" αἱ δὲ γλῶτται τοῖς ἐποποιοῖς" σεμνὸν γὰρ καὶ αὔθαδες" μεταφορὰ δὲ τοῖς ἰαμξείοις" τούτοις γὰρ νῦν χρῶνται, ὥσπερ εἴς βῆται.
prêter” εἰσὶ yéo καὶ μετἀφοραὶ ἀπρεπεῖς, αἱ μὲν διὰ τὸ γε-