IV
ἡλιόχαλος, IV, 479.
(θηλύχιον, τό, boutonnière), θηλύχια, IV, 225.
(xa6648nc, ὁ), καδδάδην, IV, 923.
(χαλαμιών, δ), xahamwüvos, IV,
(χαλόγνωμος), χαλόγνωμε, IE, 270.
χαμηλαύχιν, τό, VI, 716.
χαμηλαυχίτζιν, τό, IV, 117.
χαρδίτζα, ἡ, IV, 258, 274; xapδίτζαν, IV, 333.
χαστόριν, VI, 736.
(χαταδατός)͵ xarabarhv, VI, 760.
(xarauaupos), χατάμαυρον, IV, 198, 354.
(xevrnvéprov, té), κεντηνάρια, IV,
(χίγχλα, ἡ). κίγχλας, accusatif pturiel, IV, 377.
(χλεισοῦρα, ἡ), κλεισοῦραν, I, 233; ΠΙ, 91; VIII, 238:
χλεισούρας. III, 49,89; IV, 16.
(xAGves, 6), κλώνοις, VIT, 39.
(xou6lov ou xou6ly, té), xouÉlwv, IV, 224.
(xovtoprü), κονιορτοῦται, IV, 238.
(xovrapäros), novræpérous, 1. 291;
(xovrapéa, ἢ), xovrapéav, VI, 504, 510, 585; xovrapéas, accusatif pluriel, 1, 176; VI, 632, 688, 745.
κόσμια, té, parures, IV, 713.
χουδοῦχλιν, τό, II, 113, 266; IV, 271, 396, 408; xoufouxAlou, II, 143.
χουδούχλλιον, τό, IV, 269.
(xoüpoos, té), κούρση, IV, 212; VI, 291.
(κυπρίζω), κυπρίζοντα, IV, 911.
xôpns, à, père, IV, 284. On trouve, dans la page où figure ce mot : πατήρ, πάτερ (trois fois), πατέρα et yevνήτωρ.
(κύρχας; ὁ). κύρχα, vocatif, II, 132; VI, 823; xéprav, VI,
(χωδωνίτζιν, τό). κωδωνίτζια, IV,
λευχοτρίδλαττον, τό, III; 259; IV, 921.
(λῃστής, ὁ), ληστάδας, III, 308.
λιθάριν, té, IV, 918.
λουρίχιν, τό, VI, 556, 585.
(μάγκιψ où μάγκιπας, δ), μάγκικας, accusatif pluriel, IV,
(μαλαχίζω), ἐμαλάκχιζε κοντάριν, il maniait une lance, I, 164; IV, 250.
μανδίλιν, τό, III, 150.
μαργαριτάριν, té, IV, 918; μαργαριτάρια, IV,
(μαργαρίταρος, ὁ, augmentatif, grosse perle), μαργαριτάρων, IV, 222, 240,792.
μασγιδίον, τό, 1, 101, II, 83.
μάσσημα, τό, mors du cheval, IV, 37
(φαυρόμματος), μαυρόμματε, LV,
μαχλάδιν, τό, VI, 715.
μειδίασμα, τό, IV, 494.
(μεσία, ἡ), μεσίαν (synonyme de μέσην), IV, 185.
(μετασελλίζω), μετεσέλλισα, VI, 717; ἐμετεσέλλισεν, IV, 232.
(μοναξία, ἡ), μοναξίαν, IV, 813; VIII, 172.
μονή, ἡ) correspond exactement ἃ χονάχι, logement, couchée, étape), μονάς, accusatif pluriel, 1II, 88.
(μοσχομυρίζω), μοσχομυρισμένην, II, 279.
(μοῦλα, ἡ), μούλας, accusatif pluriel, IV, 901.
poupoñc, ὃ, II, 75.
(μουσιώ ou μουσιώνω); pepouσιωμένος, IV, 268; μεμουσιωμένον, IV, 270.
(μοχλόδιν, τό, n’est peut-être qu’une mauvaise leçon pour μαχλάδιν), μοχλόδια, IV, 220.
(νάρκισσον, τό), γάρχισσα, VII, 25.
(νίτη, à), νίται, VI, 39.
ὀγδοήντα, IV, 717.
(ὁλόσηρος), ὁλόσηρον, VI, 736.
(ὀξέος, violet), ὀξέον, III, 259; ὀξέα, IV, 919.
ὀφρύδιν, τό, IV, 198.
(xayavala, À), rayavalas, génitif, IV, 140.
παγχάλλιστε, au féminin, I, 236, 245.
(παλαῖος pour παλαιός), παλαῖα, IV, 706.
πανεύγενος, I, 336; IV, 347,
(πανεύμνοστος), πανεύμνοστε, VI,
κανεύφημος, IV, 290.
κανδεινότατε, au féminin, I, 248.
(ravebosuos), πανεύοσμον, VI,
κανηγαπημένου, IV, 624.
(πανσώφρων), πανσώφρονα, VIII,