Ὑφήρει : ᾿Αντὶ τοῦ ἐξέτεινε (12). Ext
Ibid. Κᾶτα συρρίξας ἐγώ : “Ὁμοίως φασὶν ᾿Αττιχοὶ (14) — συρίζειν (18):
Var. συριχτὴς (sic) au lieu de auprès (14, οἵ. Adn.), | δὲ τὸ ἐφ. (15), | le copiste avait d’abord écrit μυχαζειν, il s’est repris et ἃ écrit μυχᾶσθαι (17), | τἄλλα (17). Sup.
690. Παρείας * εἶδος (25) — ἱεροῖς (31). Ext. 693. Γαλῆς : Ἣ — πνεῦμα (42). Ext.
694, ἜἜφλων : ᾿Αντὶ (46) — ἐσθίειν (47). Ext. 695. Γράφεται ἀνεπανόμην (R!#).
699, Διὰ τὴν (10) — ζῶον (11). Int.
Ibid. ᾿Επεφύσητό μου : Ὑπὸ τῆς ἀθάρας (12) — γαστρί (13). Ext. 700. Χαριέντως (17) — βδέειν (18). Observ. Le mot ἀπὸ ἃ été barré après χαριέντως τὸ (17). Ext.
701. AMV Ἰασὼ μέν γέ τις : Παρὰ τὸ ἰᾶσθαι (33) — Ὑγείαν (35). Var. πεποίηκεν (34), | Ὑγεῖαν (35). Ext. | 703. ἴἤΑλλο, λίόανος (39) — δένδρον λιδανωτὸς ........ αὐτοῦ (41). Ext. 704. ’Autd:) ὁ ᾿Ασχληπιός (45).
706. Σκχατοφάγον : ᾿Αναίσθητον (50) — σχώρ (53). Var. ἐστιν om. (52). Ext.
Ibid. At τάλαν) ἐπίρρημια σχετλιαστιχόν.