QUATRIÈME PARTIE
Χτυ ςτά ' Ιεροκλυμα και ςτού Xpivroû rdv τάφο^ KSÎ κά^ζταί ij Δέσττο/να μονιά κου μο-^αχή της, rijv 7Γρ(κευχτ^ της ίκανδ y là το μ^'^/Ί-Ζη της* άκού βρονταΐς^ και τάραχους^ και ϋύγχυαεςμ^'/ά^.αις^ S 'SKU6si va ûji çTYjV ττόρτα της^ va 'ofj τη γειτονιά της^ ffkéTTsi τον oùpavo ύομπά, καΐ τ a'SToo βονρκαμέ'^ο^ το φεγγαράκι το ΪΛμττρο ςτο αίμα βο-^τημέ-ζο. Βλέπ« το Γιάννη κ -^ρχοινταν κλαμμένο καί Ιαρμένο, κ εβάίταν και ςτά χέρι τον ματτηλι αίματύίμένο^ ΙΟ κ εβάίταν KJj άττο τ dXko του μαλλιά της κεφαλής τβ, « Γιάννη μου, κάλο Γιάννη μου, καΐ ττοΐν à οάΰκαλός αβ; » «Δέν ϊχύΰ ατόμα νά ΰάς ττώ, χείλη νά αάς 'μιλήσω, ουτ -η κα^ιά μβ το βαστά νά '5άς τ άμαλογη^ζύ.τα « Γίές μου το, Γιάννη, ττές μβ το, νά μη λιγο^νμηαα. » 15 «Βλέπετε κείνο τα βουνό, ττουναι ι^ηλό και μέγα, ΤΓοϋχει την ττρά'^ινη κορφή, τη γεράνια παντιέρα; εκεί τον 'έχουν οι 'Έ.βροί ά^άγκωνα οεμένο, ΰάν κλέφτη τον έττιά^ανε και ΰά φονιά τον σύρνουν.τ) Ω,ς τ άκουαεν η ^έτττοινα, ίπεσε κ έλιγώΰη • 2ο σταμνί νερό την ττεριχοΰν, τά τριά κανιά τό μότχο, τέΰαερα το ροοόαταμμο, &so νά συνεφέργ,. και μόλις εσυνέφερε, αυτόν τόν λόγο λέγεί'