‹ Recueil de Chansons Populaires grecquesChapitre 72 sur 98 · LA BAGUE · texte numérisé non relu

LA BAGUE

J'ai suivi le rivage de la mer, le bord de l'océan; je trouve une jeune fille rose, une jouvencelle aux blonds cheveux; elle peigne ses cheveux blonds et verse de sombres larmes. Et moi, voyageur qui passais, je la salue [et lui dis] : Santé

3i8 CHAN^oVïi onOQUBg.

5 « Γί/ά ffou, χ-αρά c&y, λυγερ-η. » « KaXàç ro» rov

«17 ίχε/^", Afopi7, και ορψάς και χύνεις μαύρα 'όάκρνα;» ((\εβέντ7;, αάν μ έρώη^αες, νά ΰοΰ τ Ομολογ•η7ύθ• ΰλέττείζ έκεί'ντ} τψ Ιτιά, την (ΧατραττοκαμμΑντ,^ ςτη ρίζα ό'γα/νει Sva νερά, βγαίνει και μαά βρυσούλα,

ΙΟ ΤΓοΰ ττ/νονν τ aypiot. πρόβατα κ^ άλ>;'3μονούν τ όφνιά tùcv, και m'vow και τά -ήμερα kjj άλψμονούν τψ μάνορα, Κ! εκεί ÎOKiApa νά ma Mpo, νά mû και Μ γημί'Ία, κ l•7Γεσεv ή αρραβώνα μου, τ κργιάν τύ ^αχτυ}αύΐ, κγι δτΓοιος έμβ^ και μου τα 6ρ^, dvtpa &è νά τάν ττάρω.Λ

1$ Κάνεις oèv άττοκρΙΟΤ/κεν άττά τά τταλΚ-ηκάρια, τταρά της χήρας 6 υιός, εκείνος άττοκριοτ;, γοένεται, ^υττοϊυί,ετΜ και ςτό ττηγάόι μτταίνεΐ' βρίακει τά φίοια αταυρούτά και ταϊς όχειαΐς ττ^^μμέναις, βλέπει TTjv αρραβώνα της se μιας όχειάς κεφά}α•

20 (ΐΎράβα, KOpyj, τον άλυοο, τι μ Ιφαγαν τά φίόια, /c* sùpéff rj αρραβώνα αου, τ œpj^àv τα Ζαχτυλΐοί.»

ΠουαΧκι έκηλζβ-ηΰε μέαα ςτο περιβόλι• }>έν έκηλ(βει αάν πουλί, νά λέ^ cav ά-ηοόνι, μόν έκηλα^ει κγ] ϊλεγε άνορώπινο λαλονόΐ' βασιλοπούλα τ άκουσε άπο 'ψτ^λά παλάτι* καΐ τά γ^υσά σου τά φτερά μαλλιά της κεφαλής μα h α'Ιντα τά 0ες τά κάλλη μου και τάν κελαοισμό μου.

et joie, jeune fille.» — «Sois le bienvenu, jeune homme.» — «Qu'as-tu, jeune fille, à gémir et à verser de sombres larmes?» — «Jeune homme, puisque tu m'as interrc^ée, je vais te le révéler. Vois-tu cet if, cet if brûlé par les éclairs? À sa racine jaillit de l'eau, à sa racine coule une source où boivent les brebis sauvages, et elles oublient leurs agneaux; une source où boivent les brebis domestiques et elles oublient leur bergerie. Là je me suis penchée pour boire de l'eau, pour boire et remplir [ma cruche], et mon alliance, ma belle bague, est tombée; celui qui y descendra pour me la retrouver, celui-là je le prendrai pour époux.» Personne ne donna de réponse, aucun pallikare ne répondit, si ce n'est le fils de la veuve. Il se déshabille, se déchausse, et descend dans le puits. Π y trouve des serpents entrecroisés, des vipères entrelacées, et il aperçoit l'alliance au cou d'une vipère. — « Tire la chaîne, fillette, car les serpents me dévorent. J'ai retrouvé ton alliance, ta belle bague.»

cxu.

Page 1